ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Διαγράφουν οφειλές 360 δισ. οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις

s23p1_1305xreh-diagrafi-europe-epix
office-1

Στα 360 δισ. ευρώ εκτιμάται ότι έχουν ήδη ανέλθει στη διάρκεια του τρέχοντος έτους οι απαιτήσεις πληρωμών που αναγκάστηκαν να διαγράψουν οι ευρωπαϊκές εταιρείες, καθώς οι πελάτες τους τις καθυστερούν πολύ ή δεν τις καταβάλλουν καθόλου.

Οι διαγραφές αντιπροσωπεύουν φέτος το 3,1% των εσόδων των ευρωπαϊκών εταιρειών. Μολονότι η οικονομική δραστηριότητα επιταχύνεται σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, οι διαγραφές απαιτήσεων καταγράφουν αύξηση σε σύγκριση με το περασμένο έτος, οπότε αντιπροσώπευαν το 3% των εσόδων των ευρωπαϊκών εταιρειών και είχαν ανέλθει σε 350 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία προκύπτουν από σχετική έρευνα που εξεπόνησε ο όμιλος διαχείρισης πιστώσεων Intrum Justitia και την οποία παρουσιάζει σε εκτενές ρεπορτάζ της η βρετανική εφημερίδα Financial Times.

Από τις απαντήσεις 10.000 επιχειρήσεων σε 33 ευρωπαϊκές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας, προκύπτει πως σχεδόν τα 3/4 όσων εταιρειών συμμετείχαν στην έρευνα δεν βλέπουν βελτίωση στο πρόβλημα των καθυστερημένων πληρωμών, ενώ το 46% εκτιμά ότι αυξάνεται ο κίνδυνος να μην εισπράξουν αναμενόμενες πληρωμές. Το δυσοίωνο στοιχείο που φέρνει στο φως η έρευνα είναι πως το 45% όσων εταιρειών συμμετείχαν επικαλέστηκε τη σοβαρότητα του προβλήματος καθυστέρησης των πληρωμών ως τον παράγοντα που αποτρέπει τις προσλήψεις προσωπικού όταν η ανεργία στην Ευρωζώνη έχει φθάσει σχεδόν στο 12% του εργατικού δυναμικού.

Οπως, άλλωστε, ανέφεραν στη βρετανική εφημερίδα ιδιοκτήτες μικρών επιχειρήσεων, οι επιπτώσεις από την καθυστέρηση των πληρωμών υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και κατ’ επέκτασιν την κοινωνική ευημερία. Ποσοστό μεγαλύτερο του 1/3 των επιχειρήσεων ανέφερε μάλιστα πως οι μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές απειλούν και την ίδια την επιβίωσή τους. Τόνισαν, επίσης, πως συχνά οι προμηθευτές των ευρωπαϊκών εταιρειών αποφεύγουν να δημοσιοποιήσουν το πρόβλημα των μεγάλων καθυστερήσεων φοβούμενοι μήπως διακυβεύσουν τη σχέση τους με τους σημαντικότερους πελάτες τους. Οι περισσότερες επιχειρήσεις εκτιμούν, βέβαια, πως κύριος λόγος των καθυστερήσεων είναι τα οικονομικά προβλήματα των πελατών τους αλλά περίπου τα 2/3 των ερωτηθέντων ανέφεραν ως εξίσου πιθανή εξήγηση ότι είναι συνειδητή επιλογή της πελατείας τους.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, ο μέσος όρος καθυστέρησης είναι 47 ημέρες πέραν της ημερομηνίας πληρωμής που προβλέπει το συμβόλαιο ανάμεσα στον προμηθευτή και τον πελάτη. Πρόκειται για βελτίωση σε σύγκριση με τις 57 ημέρες που ήταν ο μέσος όρος καθυστέρησης το 2009. Οπως τονίζει, όμως, η βρετανική εφημερίδα, στην πράξη συνεπάγεται ότι προμηθευτές που στο συμβόλαιό τους προβλέπουν προθεσμία 60 ημερών κάποιες φορές περιμένουν κατά μέσον όρον τριάμισι μήνες μετά την έκδοση των τιμολογίων τους. Το πρόβλημα αποδεικνύεται σοβαρότερο όταν οι πελάτες ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα καθώς ο δημόσιος τομέας έχει, ώς ένα βαθμό, περιορίσει τις μεγάλες καθυστερήσεις. Είναι, άλλωστε, σαφώς οξύτερο στη Νότια Ευρώπη.

Στην Ιταλία, ο δημόσιος τομέας πληρώνει τους προμηθευτές του με καθυστέρηση κατά μέσον όρο 85 ημερών πέραν της προθεσμίας που έχει συμφωνηθεί. Στην Ισπανία η κατάσταση επιδεινώνεται καθώς ο μέσος όρος καθυστέρησης έφθασε φέτος τις 79 ημέρες από τις 75 στις οποίες ανερχόταν το 2013. Η αντίθεση είναι έντονη όταν οι μεσογειακές χώρες συγκριθούν με εκείνες του ευρωπαϊκού Βορρά. Στη Σουηδία, για παράδειγμα, ο δημόσιος τομέας καθυστερεί να πληρώσει προμηθευτές κατά μέσον όρο επτά ημέρες και ο ιδιωτικός τομέας οκτώ ημέρες. Κι όλα αυτά, όταν η σχετική ευρωπαϊκή οδηγία, που έχει θεσπισθεί από το 2011 και την οποία έχουν υιοθετήσει οι 27 από τις 28 χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ορίζει πως ο δημόσιος τομέας οφείλει να αποπληρώνει για προϊόντα και υπηρεσίες μέσα σε 30 ημέρες και μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις το διάστημα αυτό παρατείνεται στις 60 ημέρες.

Σε ό,τι αφορά τον ιδιωτικό τομέα προβλέπεται προθεσμία 60 ημερών. Πέραν αυτών των προθεσμιών, οι προμηθευτές νομιμοποιούνται να διεκδικήσουν τόκους επί των οφειλόμενων ποσών. Ενδεικτική της στάσης του ιδιωτικού τομέα είναι η περίπτωση της Βρετανίας, που οι εταιρείες της παραβιάζουν συστηματικά την Οδηγία, όπως η Marks and Spencer που μετέτρεψε μονομερώς την προθεσμία των 60 ημερών σε 75 ημέρες.