ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Άποψη: Τολμήστε, κ. Ντράγκι

Άποψη: Τολμήστε, κ. Ντράγκι

Έ​​πειτα από δύο χρόνια ύφεσης η οικονομία της Ευρωζώνης αρχίζει να παρουσιάζει ανάπτυξη 1,2% το 2014 και 1,5% το 2015 και 1,8% το 2016 (σύμφωνα με την ΕΚΤ και την Κομισιόν). Συγχρόνως η χαμηλή αυτή ανάπτυξη των χωρών της Ευρωζώνης, λόγω της συσταλτικής δημοσιονομικής πολιτικής και της περιορισμένης πιστωτικής επέκτασης, συνοδεύεται από πολύ χαμηλά επίπεδα πληθωρισμού με κίνδυνο να πλησιάζει σε περιβάλλον αποπληθωρισμού. Από το 2013 ο μέσος πληθωρισμός στις οικονομίες της Ευρωζώνης ακολουθεί κατιούσα πορεία, ενώ τους τελευταίους έξι μήνες βρίσκεται κάτω του 1%. Οι προβλέψεις της ΕΚΤ και της Ε.Ε. για τον πληθωρισμό είναι 1% το 2014 (τον Μάρτιο ήταν μόλις 0,5%), 1,3% το 2015 και 1,5% το 2016.

Οσον αφορά την ελληνική οικονομία, οι προβλέψεις της Ε.Ε. είναι: αύξηση του ΑΕΠ 0,6% έπειτα από 6 χρόνια συνεχούς ύφεσης (-3,7% το 2013 και από το 2008 το ΑΕΠ της Ελλάδας είχε σωρευτικά μειωθεί κατά 28%) και 2,9% το 2015. Το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι το 2013 θα είναι περίπου 2,4% του ΑΕΠ και θα μειωθεί στο 1,8% του ΑΕΠ το 2014 και 1,6% του ΑΕΠ το 2015. Το σημαντικό όμως στοιχείο είναι το πρωτογενές πλεόνασμα το 2013 (3,38 δισ. σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ και 1,5 δισ. κατά την τρόικα) έναντι πρωτογενούς ελλείμματος το 2009 (-24 δισ. ευρώ) και το 2010 (-12,2 δισ. ευρώ). Ενα άλλο θετικό στοιχείο, εκτός από το πρωτογενές πλεόνασμα του κρατικού προϋπολογισμού, είναι το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (0,9% το 2014 και 0,3% του ΑΕΠ το 2015, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ για πρώτη φορά μετά το 1948). Τέλος, όσον αφορά το δημόσιο χρέος βρίσκεται περίπου στο 180% του ΑΕΠ (321 δισ. ευρώ), ποσοστό που δεν έχει προηγούμενο στην Ευρώπη. Ενα δημόσιο χρέος που ενώ βραχυχρόνια μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο χάριτος για την πληρωμή των τόκων, μακροχρόνια αυτό το δημόσιο χρέος δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμο. Καθοριστικός παράγοντας για τη διαχείριση του ελληνικού χρέους είναι η ανάπτυξη. Με ένα τόσο όμως τεράστιο χρέος, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου (περίπου το 80%) βρίσκεται στα χέρια των επίσημων πιστωτών (δηλ. στα κράτη της Ευρωζώνης), η Ελλάδα είναι δύσκολο να επανέλθει σε σταθερή ανάπτυξη και να θεωρηθεί αυτό βιώσιμο (δηλαδή να φτάσει στο 214% του ΑΕΠ το 2020 και 110% του ΑΕΠ το 2022) αν δεν υπάρξει μια νέα αναδιάρθρωση του χρέους, δηλαδή αν δεν προηγηθεί ένα «νέο κούρεμα» αυτή τη φορά των ομολόγων που διακρατούν οι επίσημοι πιστωτές της χώρας, αφού, μετά το πρώτο PSI το 2012, ο ιδιωτικός τομέας στην ουσία δεν έχει στη διάθεσή του κρατικό χρέος (κρατικά ομόλογα). Αυτή η ελάφρυνση του χρέους θα άλλαζε σημαντικά το κλίμα στη χώρα μας.

Το ανησυχητικό όμως από την περιπέτεια της κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο (και επομένως και στην Ευρωζώνη και στη χώρα μας) είναι ότι αυτή εκδηλώνεται με ένα καινούργιο πρόσωπο, αυτό του πολύ χαμηλού πληθωρισμού και του αποπληθωρισμού (σε κάποιες χώρες μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, -0,9% και -0,18% το 2013 και 2014 αντίστοιχα, σύμφωνα με την Κομισιόν), που είναι απόρροια της εσωτερικής υποτίμησης, της ύφεσης και της εσωτερικής χαμηλής ζήτησης. Τα προβλήματα που ταλανίζουν σήμερα την Ευρωζώνη, η αναιμική ανάπτυξη (0,2% το 2013) και ο πολύ χαμηλός πληθωρισμός (0,5% τον Μάρτιο) οφείλονται και στην ακολουθούμενη οικονομική πολιτική της Γερμανίας. Η συσταλτική δημοσιονομική πολιτική ταυτόχρονα με την έντονα περιοριστική δημοσιονομική πολιτική των αδύναμων χωρών του Νότου (αντίθετα θα έπρεπε να ακολουθεί η Γερμανία επεκτατική οικονομική πολιτική), οι χαμηλοί μισθοί και συντάξεις, οι χαμηλές επενδύσεις, η χαμηλή καταναλωτική ζήτηση (αυξημένη αποταμίευση) και τα συνεχιζόμενα επί μία τριετία εμπορικά πλεονάσματα της γερμανικής οικονομίας στην ουσία «εξάγουν» αποπληθωρισμό στις περιφερειακές χώρες της Ευρωζώνης, οξύνοντας τα ήδη έντονα οικονομικά τους προβλήματα. Ο χαμηλός πληθωρισμός αυξάνει την αξία του χρέους και δυσκολεύει τη δημοσιονομική προσαρμογή ιδιαίτερα στις χώρες εκείνες με μεγάλο χρέος και έλλειμμα. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της οικονομικής δυσπραγίας, της ανεργίας και του χαμηλού πληθωρισμού της Ευρωζώνης, η ΕΚΤ θα πρέπει να κάνει χρήση του δραστικού νομισματικού εργαλείου της αθρόας αγοράς ομολόγων του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (να κάνει νομισματοποίηση του χρέους), να προχωρήσει δηλαδή σε ποσοτική χαλάρωση (quantitative easing), τυπώνοντας νέο χρήμα, χωρίς ταυτόχρονα να προχωρήσει σε αποστείρωση (sterilization) της αγοράς ομολόγων, απορροφώντας τη ρευστότητα που θα προκύψει, με άλλα λόγια να παίξει τον ρόλο του «ύστατου δανειστή». Ετσι θα αυξηθεί ο πληθωρισμός, θα υπάρξει ανάκαμψη της Ευρωζώνης και θα υποτιμηθεί το ευρώ σε σχέση με το δολάριο, πράγμα που θα τονώσει την ανταγωνιστικότητα των αδύναμων οικονομιών του Νότου. Μία ισοτιμία π.χ. 1 ευρώ = 1 δολάριο θα βοηθούσε σημαντικά στην εξωστρέφεια και στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας των περιφερειακών οικονομιών (και βέβαια της ελληνικής οικονομίας). Τολμήστε, κ. Ντράγκι.

* Ο κ. Γιάννης Παλαιολόγος είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά – Τμήμα Οικονομικής Επιστήμης.