ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η αχίλλειος πτέρνα της βρετανικής οικονομίας

Η αχίλλειος πτέρνα της βρετανικής οικονομίας

Η στεγαστική αγορά αποτελεί την αχίλλειο πτέρνα της ζωηρής οικονομικής ανάκαμψης στη Βρετανία. Οι τιμές ακινήτων εμφανίζουν και πάλι άνοδο και συγκεκριμένα κατά 10,9% το δωδεκάμηνο Μαρτίου 2013 – Απριλίου 2014, αυξάνοντας κατά πολύ τις πιθανότητες ενός ακόμα οικονομικού κύκλου ανάπτυξης και πτώσης. Ο κίνδυνος που ελλοχεύει από την αγορά στέγης είναι τέτοιος, ώστε η Τράπεζα της Αγγλίας να θεωρεί ότι είναι το… λαμπάκι με την ισχυρότερη λάμψη στον «πίνακα», όπου καταγράφονται οι σοβαρότεροι κίνδυνοι για την οικονομία. Πέραν τούτου, δεν κτίζονται τόσα νέα σπίτια, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στην αυξανόμενη ζήτηση από όσα νέα νοικοκυριά δημιουργούνται με την εκτίναξη του αριθμού των διαζυγίων, με τους μοναχικούς ηλικιωμένους και τους μετανάστες.

Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι η οικοδομική δραστηριότητα στη Βρετανία βρίσκεται σε άνοδο. Το δωδεκάμηνο Φεβρουαρίου 2013 – Μαρτίου 2014 ξεκίνησαν οι εργασίες σε 134.000 νέες κατοικίες, δηλαδή αύξηση 31% εν συγκρίσει με το προηγούμενο έτος. Ο αριθμός των νέων κατοικιών, που απαιτούνται, όμως, για να καλυφθεί η ζήτηση είναι διπλάσιος.

Το υψηλό κόστος και η μειωμένη διαθεσιμότητά τους χρησιμοποιείται ως επιχείρημα από τους αντι-ευρωπαϊστές και όσους ζητούν έλεγχο της μετανάστευσης. Επιπλέον, τα συμβατικά κόμματα αναγκάζονται λόγω του στεγαστικού χάους να προτείνουν ανόητες πολιτικές. Η κυβέρνηση των Συντηρητικών υλοποιεί το πρόγραμμα «Help to Buy», το οποίο βοηθά ανθρώπους χωρίς επαρκείς οικονομίες να αγοράσουν σπίτι. Η βασική συνέπεια της πρωτοβουλίας αυτής είναι να αυξηθεί περαιτέρω η ζήτηση στέγης, να αυξηθούν οι τιμές, αλλά όχι να αυξηθεί η προσφορά σε κατοικίες. Εν τω μεταξύ, από τη δική τους πλευρά οι Εργατικοί της αντιπολίτευσης υπόσχονται, όταν αναλάβουν την εξουσία, να θεσπίσουν ένα είδος ελέγχου των ενοικίων. Οσο καλό ακούγεται για τους ενοίκους, τόσο δυσμενές θα αποβεί για την αγορά, αποτρέποντας τους ιδιοκτήτες να οικοδομήσουν νέες κατοικίες.

Το πιο ενδεδειγμένο είναι να μη δημιουργούνται στρεβλώσεις από νέες πολιτικές, αλλά οι πολιτικοί να απομακρύνουν τις υπάρχουσες στρεβλώσεις και να διευκολύνουν την αγορά να λειτουργεί ομαλά.

Μία από τις στρεβλώσεις είναι να αποδεσμευθεί το σύστημα σχεδιασμού, ώστε να καταστεί ευκολότερο να ανεγείρονται κατοικίες τόσο σε αγρούς όσο και σε εκτάσεις στις οποίες υπήρχαν εργοστάσια στο παρελθόν. Το Λονδίνο και η νοτιοανατολική Βρετανία είναι πυκνοκατοικημένα, οπότε είναι αντιληπτό γιατί οι άνθρωποι εκεί δεν θέλουν πολλά νέα σπίτια στα κατακερματισμένα λιβάδια που έχουν απομείνει. Ωστόσο, χρειάζεται νέα ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη να υπάρχει χώρος πρασίνου και στην ανάγκη νεόδμητων κατοικιών.

Επιπλέον, μεταρρύθμιση χρειάζεται και το φορολογικό σύστημα. Επί του παρόντος, η στέγαση είναι υπο-φορολογημένη σε σύγκριση με άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων. Για παράδειγμα, ο δημοτικός φόρος (council tax) είναι εξαιρετικά οπισθοδρομικός. Λόγου χάριν, οι περιοχές του Κένσινγκτον και του Τσέλσι στο κεντρικό Λονδίνο φορολογούν τους κατοίκους με περιουσίες άνω των 120 εκατομμυρίων ευρώ με 2.560 ευρώ ετησίως, δηλαδή μόνον τρεις φορές περισσότερα από όσα καταβάλλουν εκείνοι που ζουν σε φθηνότερα σπίτια. Οι Εργατικοί προαναγγέλλουν επιπλέον φόρο, «τον φόρο επαύλεων», για ακίνητα άνω των 2,4 εκατομμυρίων ευρώ. Ισως αυτό το μέτρο να τείνει προς τη σωστή κατεύθυνση, αν και καλύτερη λύση θα ήταν απλώς να αλλάξει ο δημοτικός φόρος και να καταστεί αναλογικότερος προς την αξία τού εκάστοτε ακινήτου και χωρίς ανώτατο όριο. Βασική επίπτωση μιας τέτοιας μεταβολής θα ήταν εκείνη την οποία θα αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι στο Λονδίνο και στη νοτιοανατολική Αγγλία, όπου και παρατηρούνται οι σοβαρότερες ελλείψεις κατοικιών. Οι άνθρωποι θα το σκέπτονταν δύο φορές για το εάν όντως χρειάζονται τόσο μεγάλα ακίνητα και ειδικά οι ηλικιωμένοι, οι οποίοι πλέον δεν έχουν μεγάλη οικογένεια. Οι τελευταίοι θα είχαν πολύ σοβαρό λόγο να μετακομίσουν σε μικρότερα σπίτια, αποδεσμεύοντας ακόμα περισσότερες μεγάλες κατοικίες στην αγορά.