ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μια «μονάδα μέτρησης» της ενσωμάτωσης των χωρών-μελών στην Ε.Ε.

s9_2505eurozone-melos-aep
s9_2505eurozone-melos-aep--2

Σίγουρα η Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) είχε καλύτερες στιγμές στο παρελθόν. Εξαιτίας της κρίσης της Ευρωζώνης, πολλές από τις ευρωπαϊκές οικονομίες εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά στην ύφεση επτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και τα αντιευρωπαϊκά κόμματα αυξάνουν τη δύναμή τους.

Δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τα αισθήματα των Ευρωπαίων. Εκτός από τα οικονομικά προβλήματα, υπάρχει μια γενικότερη δυσαρέσκεια με τους ευρωκράτες των Βρυξελλών: είναι απόμακροι και δεν ανταποκρίνονται στα αιτήματα. Ατυχώς για την Ε.Ε., οι πολίτες θεωρούν δεδομένα τα μακροπρόθεσμα οικονομικά πλεονεκτήματά της ή υποθέτουν ότι απλούστατα δεν υπάρχουν τέτοια. Αυτό συμβαίνει γιατί είναι αδύνατο να υπολογίσει κανείς ποια θα ήταν η εξέλιξη των κρατών-μελών αν δεν υπήρχε η Ε.Ε.

Υπάρχει, ωστόσο, μια νέα μελέτη, όπου οικονομολόγοι χρησιμοποιούν μια νέα προσέγγιση και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ενσωμάτωση στην Ενωση ήταν τελικώς επικερδής για τα κράτη-μέλη και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Οι Nauro Campos του Πανεπιστημίου Μπρουνέλ, Fabrizio Coriselli του Οικονομικού Πανεπιστημίου του Παρισιού και Luigi Moretti του Πανεπιστημίου της Πάδουας δημιουργούν ένα «συνθετικό αντιπαράδειγμα». Δηλαδή:

α) Προβλέπουν ποια θα ήταν η οικονομική επίδοση των κρατών-μελών της Ε.Ε. αν δεν είχαν προσχωρήσει σε αυτήν, αντικαθιστώντας τα οικονομικά τους δεδομένα με αυτά άλλων παρόμοιων οικονομιών.

β) Προκειμένου οι προβλέψεις να είναι ακριβέστερες, οι οικονομολόγοι δεν χρησιμοποιούν στοιχεία μόνο από μια παρόμοια οικονομία, αλλά αντίθετα σταθμίζουν τα στοιχεία από διάφορες παρόμοιες οικονομίες.

γ) Στη συνέχεια, συγκρίνεται η απόδοση των συνθετικών κρατών-μελών της Ε.Ε. με τις πραγματικές οικονομικές επιδόσεις των χωρών μετά την ενσωμάτωσή τους στην Ενωση.

Στο πλαίσιο αυτής της έρευνας, ένα στοιχείο που έχει ξεχωρίσει είναι οι φρικτές και ιδιαίτερα αξιοπερίεργες επιδόσεις της Ελλάδας. Λογικά, σκέφτεται κανείς ότι η κακή επίδοση της Ελλάδας –μείωση του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά περίπου 15%– οφείλεται στην κρίση της Ευρωζώνης. Ομως κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού οι προβλέψεις φτάνουν μόνο μέχρι το 2008. Θα μπορούσε αυτό να είναι ένα στατιστικό σφάλμα; Ισως, αλλά εν μέρει.

Οσο καλή και να είναι η προσέγγιση των οικονομολόγων, ο σχετικά μικρός αριθμός οικονομιών απ’ όπου αντλούνται τα στοιχεία για τις προβλέψεις φαντάζει σαν μεθοδολογική αδυναμία. Ο υπολογισμός των επιδόσεων της Ελλάδας πιθανότατα ενισχύθηκε σε κάποιο βαθμό από τις εκπληκτικές επιδόσεις της Ιαπωνίας τη δεκαετία του ’80, η οποία χρησιμοποιήθηκε σε σχετικά μεγάλο βαθμό προκειμένου να προβλεφθεί η ανάπτυξη που θα είχε η Ελλάδα αν δεν γινόταν μέλος της Ε.Ε. Ωστόσο, τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν δεν επαρκούν, ώστε να εξηγηθεί ένα τόσο κακό αποτέλεσμα.

Η Ιαπωνία χρησιμοποιήθηκε επίσης προκειμένου να υπολογιστεί η ανάπτυξη που θα είχε η Ιρλανδία αν δεν προσχωρούσε στην Ενωση και τ’ αποτελέσματα της Ιρλανδίας είναι από τα καλύτερα που καταγράφονται. Επίσης, οι συγγραφείς της μελέτης επαλήθευσαν αρκετές φορές τα στοιχεία που χρησιμοποίησαν, προκειμένου να μην υπάρχει η πιθανότητα κάποια χρονοσειρά να διαστρεβλώσει τα αποτελέσματα.

Οπότε το ερώτημα είναι γιατί ήταν τόσο κακές οι επιδόσεις της Ελλάδας και σε ποιο βαθμό αυτή η κακή πορεία της χώρας συνεισέφερε στην πρόσφατη οικονομική καταστροφή της. Το απλούστερο συμπέρασμα είναι ότι η Ελλάδα δεν ενσωματώθηκε αποτελεσματικά στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οι υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας συνδέονταν με εφοδιαστικές αλυσίδες, βάθαιναν τις κεφαλαιαγορές τους και αναβάθμιζαν τις τεχνολογικές τους δυνατότητες, συνεισφέροντας με αυτό τον τρόπο στην ενίσχυση του αναπτυξιακού τους δυναμικού.

Η Ελλάδα δεν το έκανε. Με άλλα λόγια, η τάση των ελληνικών κυβερνήσεων να δανείζονται ίσως να ήταν περισσότερο σύμπτωμα των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας παρά το βασικό αίτιο γι’ αυτά.

Ισως όμως να υπάρχει και θετική πλευρά. Αν η αποτυχία ενσωμάτωσης της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή οικονομία εξηγεί τα πρόσφατα δεινά, τότε ίσως η Ελλάδα να έχει πολύ μεγαλύτερες αναπτυξιακές δυνατότητες στο μέλλον, καθώς θα ενσωματώνεται στην ευρωπαϊκή οικονομία.