ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επίθεση Λαγκάρντ στο τραπεζικό λόμπι

Επίθεση Λαγκάρντ στο τραπεζικό λόμπι

Οι τραπεζίτες όχι μόνο δεν έχουν εφαρμόσει αρκετές μεταρρυθμίσεις ώστε ο κλάδος να γίνει ανθεκτικότερος και οι τράπεζες να μη στηρίζονται στους φορολογουμένους για τη διάσωσή τους, αλλά επιπλέον το τραπεζικό λόμπι «αντιστέκεται σθεναρά» σε αυτές, είπε χθες η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, κ. Κριστίν Λαγκάρντ. Η κατάσταση των τραπεζών μπορεί να είναι σήμερα καλύτερη απ’ ό,τι ήταν το 2007, ωστόσο η πρόοδος που έχει επιτευχθεί είναι πολύ μικρή, ενώ ακόμη δεν έχει αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των «πολύ μεγάλων για να χρεοκοπήσουν» τραπεζών, προειδοποίησε η κ. Λαγκάρντ.

«Τα άσχημα νέα είναι ότι η πρόοδος εξακολουθεί να είναι πολύ αργή και η γραμμή του τερματισμού ακόμη πολύ μακριά» είπε χθες από το Λονδίνο η κ. Λαγκάρντ αναφερόμενη στη διαδικασία μεταρρύθμισης του παγκοσμίου χρηματοπιστωτικού συστήματος που ξεκίνησε μετά την κρίση του 2007-2009. Σήμερα οι τράπεζες μπορεί να έχουν ενισχύσει την κεφαλαιακή τους επάρκεια σε σχέση με την προ κρίσης εποχή, ωστόσο εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά προβλήματα, όπως φαίνεται και από τη σωρεία σκανδάλων που πλήττουν τις μεγάλες πολυεθνικές τράπεζες τα τελευταία χρόνια (χειραγώγηση δεικτών αναφοράς Libor, Euribor, αγοράς συναλλάγματος, ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος κ.ά.). Το έργο της μεταρρύθμισης είναι πολύπλοκο, αλλά ένα σοβαρό εμπόδιο είναι «η σθεναρή αντίσταση του (τραπεζικού) κλάδου» και η μεταρρυθμιστική κόπωση, εξήγησε η κ. Λαγκάρντ. Επιπλέον, εξακολουθεί να παραμένει άλυτο ένα από τα βασικότερα προβλήματα της τραπεζικής βιομηχανίας: η αντίληψη που επικρατεί στην αγορά ότι οι κυβερνήσεις πάντοτε θα επιλέγουν να διασώζουν τις μεγάλες.

«Ενα μεγάλο κενό είναι ότι δεν έχει, ακόμη, επιλυθεί το πρόβλημα του πολύ μεγάλη (τράπεζα) για να χρεοκοπήσει», παραδέχτηκε η κ. Λαγκάρντ. Η επικεφαλής του ΔΝΤ κάλεσε τις κυβερνήσεις να ενισχύουν την εξουσία και τα μέσα των εποπτικών αρχών των τραπεζών και κυρίως να συμφωνήσουν σε ένα πλαίσιο που θα προβλέπει την ομαλή εκκαθάριση μεγάλων τραπεζών που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Ο κ. Μαρκ Κάρνεϊ, πρόεδρος του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, δηλαδή της κανονιστικής αρχής των G-20, δήλωσε ότι θέλει να επιλύσει το πρόβλημα μέχρι τα Χριστούγεννα, αλλά αντιμετωπίζει προκλήσεις από την Ασία και την Ευρώπη.

Ο «λογαριασμός» της εποπτείας

Στα 260 εκατ. ευρώ ετησίως υπολογίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα το συνολικό κόστος της εποπτείας που θ’ ασκεί από τον Νοέμβριο στις τράπεζες της Ευρωζώνης. Από το φθινόπωρο η ΕΚΤ αναλαμβάνει τον ρόλο της μοναδικής εποπτικής αρχής για τις περίπου 130 συστημικές τράπεζες της Ευρωζώνης, ενώ θα έχει το δικαίωμα να ελέγχει και οποιαδήποτε άλλη τράπεζα κρίνει απαραίτητο. Βέβαια, ο σχετικός ευρωπαϊκός κανονισμός ορίζει ότι η ΕΚΤ θα πρέπει ν’ αποζημιωθεί για το κόστος. Σύμφωνα με το σχέδιο κανονισμού που δόθηκε προς δημόσια διαβούλευση το ετήσιο εποπτικό κόστος θα καταβάλλουν τόσο οι άμεσα εποπτευόμενες τράπεζες (οι συστημικές) όσο και οι έμμεσα εποπτευόμενες. Για την πλειοψηφία των συστημικών τραπεζών το εποπτικό κόστος υπολογίζεται από 700.000 έως 2 εκατ. ευρώ ετησίως, ενώ για τις μεγαλύτερες τράπεζες ο «λογαριασμός» μπορεί να φθάσει έως και τα 15 εκατ ευρώ. Για τις μικρότερες τράπεζες που δεν εμπίπτουν άμεσα στην εποπτεία της ΕΚΤ το κόστος υπολογίζεται μεταξύ 2.000 και 7.000 ευρώ, ενώ για τις μεγαλύτερες εξ αυτών θα μπορούσε να φτάσει μέχρι και τις 200.000 ευρώ τον χρόνο.