ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η επόμενη μέρα μετά την ανεξαρτησία της Σκωτίας

Η επόμενη μέρα μετά την ανεξαρτησία της Σκωτίας

Στις 8 το πρωί της 19ης Σεπτεμβρίου, οι υπάλληλοι της Royal Bank of Scotland φτάνουν για δουλειά στο κεντρικό κατάστημα του Εδιμβούργου. Είναι άγρυπνοι διότι γιόρταζαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες την ιστορική απόφαση που πήραν την προηγούμενη ημέρα οι Σκωτσέζοι, ν’ αποσχιστούν από το Ηνωμένο Βασίλειο.

Μόλις και μετά βίας έχει απομείνει λίγο ουίσκι στα μπαρ της πόλης, αλλά οι υπάλληλοι της RBS πρόκειται ν’ ανακαλύψουν κάτι ακόμη χειρότερο. Με τους πελάτες ν’ αρχίζουν ν’ αποσύρουν τις καταθέσεις σε λίγο δεν θα έχουν απομείνει καθόλου χρήματα στις τράπεζες της Σκωτίας.

Αυτό το εφιαλτικό σενάριο είναι παρατραβηγμένο: αν γίνουν οι κατάλληλοι χειρισμοί, δεν υπάρχει κανένας λόγος η επικράτηση του «Ναι» στο δημοψήφισμα της 18ης Σεπτεμβρίου να πυροδοτήσει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας για τις τράπεζες της Σκωτίας. Ωστόσο, με το δημοψήφισμα ν’ απέχει λιγότερο από τέσσερις μήνες, όλοι όσοι έχουν συμφέροντα στις τρεις βασικές τράπεζες της Σκωτίας πρέπει να γνωρίζουν με μεγάλη λεπτομέρεια τι θα γίνει στους 18 μήνες που θα μεσολαβήσουν μεταξύ του δημοψηφίσματος και της ημερομηνίας όπου η Σκωτία θ’ ανακηρύξει επισήμως την ανεξαρτησία της, αν φυσικά η ψήφος είναι θετική. Η σταθερότητα του βρετανικού χρηματοπιστωτικού συστήματος βασίζεται σε δύο πυλώνες. Η κυβέρνηση εγγυάται τις καταθέσεις μέχρι το ποσό των 85 χιλιάδων λιρών και η Τράπεζα της Αγγλίας, σε περίπτωση ανάγκης, παίζει τον ρόλο του δανειστή ύστατου καταφυγίου. Ο βασικός κίνδυνος είναι μετά από ένα «Ναι» στο δημοψήφισμα οι καταθέτες ν’ αρχίσουν ν’ αμφιβάλλουν για την ικανότητα της Σκωτίας να σηκώσει αυτό το βάρος. Ανησυχία που είναι βάσιμη αν σκεφτεί κανείς ότι τα περιουσιακά στοιχεία των τριών τραπεζών της αντιστοιχούν 12 φορές στο ΑΕΠ της χώρας. Αν οι πελάτες φοβηθούν ότι οι καταθέσεις τους θα μπορούσαν να μετατραπούν σε ένα ασθενέστερο σκωτσέζικο νόμισμα, τότε θα τις απέσυραν, ιδίως οι λογιστές εταιρειών οι καταθέσεις των οποίων δεν καλύπτονται από το κράτος. Ωστόσο, η βρετανική κυβέρνηση, η οποία κατέχει το 80% της RBS, έχει κάθε συμφέρον να διασφαλίσει ότι η μετάβαση θα γίνει χωρίς προβλήματα.

Ο ευκολότερος τρόπος είναι ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας (BoE), Μαρκ Κάρνεϊ, να δηλώσει εκ των προτέρων ότι θα λειτουργήσει ως δανειστής ύστατης καταφυγής για το νεοϊδρυθέν σκωτσέζικο τραπεζικό σύστημα. Κάτι τέτοιο είναι απίθανο να συμβεί διότι από την αρχή του χρόνου οι Βρετανοί πολιτικοί επιμένουν ότι η ανεξάρτητη Σκωτία δεν θα μπορεί να βασιστεί στην BoΕ διότι σε αυτή την περίπτωση θα δημιουργούνταν μια νομισματική ένωση και ότι οι Σκωτσέζοι θα μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τη στερλίνα. Μια τέτοια παραχώρηση πριν από το δημοψήφισμα θα ενίσχυε σημαντικά το στρατόπεδο του «Ναι», ενώ ακόμη και αν γινόταν σίγουρα θ’ απαιτούσε παραχωρήσεις που οι Σκωτσέζοι δεν θα ήταν πρόθυμοι να κάνουν αμέσως. Γι’ αυτούς τους λόγους ο κ. Κάρνεϊ, ο Βρετανός πρωθυπουργός, Ντέιβιντ Κάμερον και ο Σκωτσέζος πρωθυπουργός Αλεξ Σάλμοντ θα πρέπει στις 19 Σεπτεμβρίου ν’ ανακοινώσουν τη μεταφορά της έδρας των τριών τραπεζών της Σκωτίας στο Λονδίνο. Η πρόταση είναι ριζοσπαστική διότι σημαίνει ότι θ’ αύξανε ακόμη περισσότερο τον λόγο του χρηματοπιστωτικού συστήματος προς το μικρότερο πια ΑΕΠ της Μεγάλης Βρετανίας, ενώ θα επηρεαζόταν αρνητικά και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Σκωτίας, αφού πλέον θα εισάγει χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες αντί να τις εξαγάγει. Ωστόσο, με αυτό τον τρόπο θα προστατευτεί καλύτερα η σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος.