ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Tα φετινά τεστ αντοχής θα κάνουν τη διαφορά;

H κατάρρευση της πορτογαλικής τράπεζας Banco Espirito συνιστά μία χρήσιμη υπενθύμιση πως οι ανησυχίες περί του τραπεζικού συστήματος της Ευρώπης δεν έχουν εξατμιστεί. Η όλη προσπάθεια με τον πανευρωπαϊκό εποπτικό μηχανισμό του κλάδου, ώστε να τεθεί ένα τέλος στην παρατεταμένη τραπεζική κρίση, φαίνεται πιο σημαντική από πριν. Η πρωτοβουλία πηγάζει από την απόφαση να ορισθεί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ως η μόνη επόπτρια των τραπεζών της Ευρωζώνης. Προτού αναλάβει επισήμως τον ρόλο αυτό στις 4 Νοεμβρίου, διεξάγει μια ενδελεχή εξέταση των λογιστικών βιβλίων 128 μεγάλων τραπεζών, οι οποίες ελέγχουν το 85% των συνολικών τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων στις 18 χώρες-μέλη της Ευρωζώνης.

Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αυτά μαζί με τα υπόλοιπα στις υπόλοιπες δέκα χώρες-μέλη της Ε.Ε. και μη μέλη της Ευρωζώνης υπόκεινται σε τεστ αντοχής από την ΕΚΤ. Οι δοκιμασίες αυτές θα πιστοποιήσουν και το πόσο ανθεκτικές είναι οι τράπεζες της Ευρώπης σε μια ενδεχόμενη νέα ύφεση, η οποία θα συνδυαζόταν με ανατροπές στην πορεία των αγορών. Πάντως, η φήμη των τραπεζικών τεστ αντοχής στην Ευρώπη είναι κακή. Προκαλούν κραδασμούς στην εμπιστοσύνη όχι μόνο προς τα πιστωτικά ιδρύματα αλλά και προς τους επόπτες τους, επειδή οι τελευταίοι διαπιστώνουν αρχικά την οικονομική τους υγεία και μετά στη συνέχεια αυτά καταρρέουν. Κάτι ανάλογο συνέβη με τον γαλλοβελγικό όμιλο της Dexia τo 2011.

Αυτή τη φορά, όμως, τα πράγματα θα είναι διαφορετικά, όπως επιμένουν οι Ευρωπαίοι αξιωματούχοι τόσο στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και στην Ευρωπαϊκή Τραπεζική Αρχή, οι οποίες και συντονίζουν τα τεστ αντοχής σε όλη την Ευρωπαϊκή Ενωση. Υπάρχει ένας σοβαρός λόγος για να επαληθευθούν οι ισχυρισμοί τους. Οι τράπεζες της Ευρωζώνης δεν μπορούν πλέον να κρύβονται πίσω από υποχωρητικούς εθνικούς εποπτικούς φορείς, οι οποίοι προσπαθούν να τις προστατεύσουν. Εξίσου σημαντικό είναι και το ότι ο εποπτικός ρόλος της ΕΚΤ πηγαίνει πολύ πέραν των τεστ αντοχής.

Στην πραγματικότητα το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό τους είναι η έκθεση ποιότητας περιουσιακών στοιχείων, η οποία αφορά τον λεπτομερειακό έλεγχο των στοιχείων πριν υποβληθούν στη δοκιμασία των τεστ αντοχής.

Μια ανάλογη συνδυαστική προσέγγιση με τα τεστ και τον έλεγχο ποιότητας περιουσιακών στοιχείων είχε αποδώσει σε τρεις χώρες (Ισπανία, Σλοβενία και Ιρλανδία) της Ευρωζώνης, οι οποίες είχαν τα σοβαρότερα προβλήματα με τα επισφαλή δάνεια των τραπεζών τους. Ο ποιοτικός έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών της Ευρωζώνης συνιστά ένα τεράστιο έργο, το οποίο απαιτεί τις εργατοώρες 6.000 ανθρώπων. Η πολυάριθμη ομάδα αυτή στελεχώνεται από τις ελεγκτικές εταιρείες και τις εταιρείες συμβούλων, οι οποίες προσελήφθησαν να εξετάσουν τα τραπεζικά λογιστικά βιβλία. Τα ευρήματά τους, τα οποία διασταυρώνονται και μελετώνται σήμερα από την ΕΚΤ, αλλάζουν και το σημείο εκκίνησης του τελευταίου γύρου των τεστ αντοχής. Λόγου χάριν, οι χορηγήσεις ενδεχομένως να ταξινομηθούν σε άλλη κατηγορία περιουσιακών στοιχείων με υψηλότερο δείκτη κινδύνου, ενώ η αναλογία, βάσει της οποίας κρίνεται το μη εξυπηρετούμενο δάνειο, ίσως αυξηθεί. Επίσης, πιθανώς η αναγκαία εγγύηση, που χρειάζεται, για την κάλυψη ζημιών να περιοριστεί.

Τον Οκτώβριο πρόκειται να δοθούν στη δημοσιότητα τα συμπεράσματα της όλης διαδικασίας της δοκιμασίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων μαζί με τα κεφαλαιακά κενά που θα έχουν εντοπισθεί. Ενδεχομένως ορισμένα να έχουν ήδη καλυφθεί, γιατί πολλές τράπεζες σπεύδουν να το πράξουν πριν από τη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων. Η μεγαλύτερη τράπεζα της Κύπρου, η οποία έχει επωμιστεί έναν όγκο μη εξυπηρετούμενων δανείων, αποφάσισε πρόσφατα να προχωρήσει σε αύξηση κεφαλαίου, εξασφαλίζοντας 1 δισ. ευρώ από επενδυτές. Σε αυτούς συγκαταλέγεται με 400 εκατ. ευρώ και μία ομάδα με επικεφαλής τον μεγαλοεπενδυτή Γουίλμπουρ Ρος με ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια. Η κεφαλαιακή επάρκεια της τράπεζας ανήλθε στο 15,6% από το 10,6%.

Το εάν, τώρα, η εποπτική δοκιμασία κατορθώσει να απεμπολήσει πλήρως την τραπεζική κρίση της Ευρώπης, δεν είναι βέβαιο. Ενα ερώτημα αφορά το ότι, εάν μία τράπεζα χρειαστεί επίσημη αρωγή, τότε η εθνική κυβέρνηση θα κληθεί να την παράσχει. Και αυτό είναι λιγότερο καθησυχαστικό από το να μπορεί να βασιστεί κανείς στους συνδυασμένους πόρους όλων των χωρών της Ευρωζώνης. Πέραν αυτού, τέλος, τα τεστ αντοχής δεν αξιολογούν τη βιωσιμότητα εν συνόλω του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα, όταν τα ίδια τα όργανα της Ε.Ε. εκτιμούν ως υπερβολικό τον αριθμό των τραπεζών στις χώρες της Ενωσης.