ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι σταθμοί του προέδρου που «σημάδεψε» τη Fed

greenspan

Στις 11 Αυγούστου του 1987, ο Αλαν Γκρίνσπαν ανέλαβε πρόεδρος της Federal Reserve. Η επέτειος αυτή μας προσφέρει την ευκαιρία να ρίξουμε μια βιαστική ματιά σε όσα έγιναν τις δύο δεκαετίες που ακολούθησαν. Οπως απεδείχθη ήταν μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες και αλλόκοτες θητείες προέδρου της Fed. Το χρηματιστήριο γνώρισε ένα έτος γεμάτο ρεκόρ το 1987, όταν σημείωσε άνοδο 44% μέσα σε επτά μήνες. Οι μετοχές εκτινάχθηκαν μέσα στις πρώτες εβδομάδες μετά την ορκωμοσία του Γκρίνσπαν. Δεν είχε ακόμη προσαρμοσθεί καλά στη θέση του όταν μεσολάβησε η «Μαύρη Δευτέρα» και οι αμερικανικές αγορές έκαναν βουτιά 23% στις 19 Οκτωβρίου. Ηταν το καλωσόρισμα της Wall Street προς τον κ. Γκρίνσπαν.

Οι αντιφάσεις ανάμεσα στη φιλοσοφία του και στις πράξεις του προκάλεσαν πολλά σημαντικά γεγονότα στη διάρκεια της σταδιοδρομίας του.

• Η κατάρρευση του 1987: Την ημέρα μετά τη «Μαύρη Δευτέρα», η Fed χορήγησε ρευστότητα και μείωσε τα επιτόκια στο 6,5% από το 7,5%. Η χρονιά εκείνη έκλεισε με ελαφρά άνοδο του χρηματιστηρίου. Το δίδαγμα ήταν απλό. Εύκολα επαναφέρει κανείς την ηρεμία στην αγορά ύστερα από μια μεγάλη αστάθεια. Η ιστορία έδειξε, όμως, πως το συμπέρασμα αυτό είναι εσφαλμένο.

• Η Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς επικρίνει τον πρόεδρο για τις μειώσεις επιτοκίων. Στη διάρκεια της ύφεσης της περιόδου 1990-91, οι αγορές αντιμετώπιζαν μια σειρά από παράγοντες μακροοικονομικής φύσης: την κρίση των αποταμιεύσεων και των δανείων, τον πρώτο πόλεμο στον Κόλπο και την εκτίναξη των τιμών ενέργειας. Ο Γκρίνσπαν αποφάσισε, χωρίς συνεδρίαση του Δ.Σ. της Fed, να μειώσει τα επιτόκια. Προκάλεσε σχεδόν ανοικτή εξέγερση των στελεχών της επιτροπής που, όπως το έθεσαν τότε οι New York Times, «περιόρισαν την εξουσία του προέδρου της να μειώνει τα επιτόκια από μόνος του».

• Η θέση Γκρίνσπαν: Τον Ιούλιο του 1995 η Fed μείωσε το επιτόκιο κατά 25 μονάδες βάσης. Το περίεργο με αυτήν την κίνηση ήταν πως είχε προηγηθεί μια σειρά επτά αυξήσεων των επιτοκίων μέσα στους προηγούμενους 12 μήνες. Ακολούθησαν άλλη μία μείωση τον Δεκέμβριο και μία τον Ιανουάριο. Δεν υπήρξε καμία δικαιολογία για τις μειώσεις αυτές. Μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1990 η οικονομία αναπτυσσόταν ικανοποιητικά και το χρηματιστήριο σημείωνε άνοδο συνολικά άνω του 34%. Το 1996 οι τιμές των μετοχών αυξήθηκαν κατά ακόμη 20% για το σύνολο του έτους. Η Wall Street αντελήφθη σωστά πως οι μειώσεις αυτές είχαν θέσει κατώτατο όριο στις τιμές των μετοχών. Δημιουργήθηκε, έτσι, η θέση Γκρίνσπαν. Στη συνέχεια ακολούθησε μια τροποποίηση της πολιτικής αυτής, ένα σχόλιο που έγινε γνωστό ως ομιλία περί του «αδικαιολόγητου ενθουσιασμού».

• Οι μειώσεις των επιτοκίων την περίοδο 2001-2002: Εν μέσω της ύφεσης του 2001 και αμέσως μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, η επιτροπή ανοικτής αγοράς της Fed περιόρισε τα επιτόκια σε νέα χαμηλά επίπεδα. Επί τρία έτη τα επιτόκια βρίσκονταν σε επίπεδα κάτω του 2%. Αυτό ήταν κάτι χωρίς προηγούμενο και είχε βαρύτατο αντίκτυπο. Οτιδήποτε αποτιμάτο σε δολάρια έγινε ακριβότερο. Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε ραγδαία. Η τιμή του χρυσού παρέμεινε στάσιμη επί μια δεκαετία ενώ εκείνη του πετρελαίου αυξήθηκε από τα 20 δολάρια στα 150 δολάρια/βαρέλι. Η αγορά ακινήτων απογειώθηκε και αναπτυσσόταν ταχύτερα από ποτέ προετοιμάζοντας την αναπόφευκτη πτώση.

• Το ψεγάδι: Ο Γκρίνσπαν παραδέχθηκε τελικά ότι υπήρχε «ψεγάδι» στην ιδεολογία του περί της ελεύθερης αγοράς. Ο Αλ, όπως τον αποκαλούσαν οι διαπραγματευτές της αγοράς, παραδέχθηκε πως ήταν λάθος να επιτρέψει τη ραγδαία απορρύθμιση των αγορών κεφαλαίου καθώς και το να προβάλει αντιρρήσεις στην επιβολή κανόνων επί της αγοράς παραγώγων και να αγνοήσει τα επισφαλή δάνεια και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που έδιναν δάνεια χωρίς να είναι τράπεζα και βρίσκονταν στην καρδιά της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αξίζει να σημειωθεί πως η Αμερικανίδα φιλόσοφος και συγγραφέας Αϊν Ραντ, η οποία υπήρξε θεωρητική του φιλελευθερισμού και επηρέασε σημαντικά τους συντηρητικούς στην Αμερική, ενσάρκωνε το πνευματικό ιδεώδες του Γκρίνσπαν. Στο τέλος, όμως, απαρνήθηκε την ίδια τη φιλοσοφία της, καθώς στο τέλος της ζωής της ζούσε με τα κοινωνικά επιδόματα και τα κρατικά βοηθήματα.