ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Tι μπορεί να ανακόψει το ράλι της Wall Street

wallstreetaspromauri

Mετά τα τελευταία ρεκόρ που έχουν σημειώσει οι χρηματιστηριακοί δείκτες στη Γουόλ Στριτ, αξίζει να εξετάσει κανείς ποιος θα ήταν ο λόγος για μια δραστική αντιστροφή της πορείας τους. Εχω επανειλημμένως επιχειρηματολογήσει σχετικά με το ότι η ανάκαμψη των τιμών των μετοχών από τα επίπεδα ναδίρ την περίοδο 2008-2009 της χρηματοπιστωτικής κρίσης έχει μετασχηματισθεί σε μια δομική αγορά ζωηρού αγοραστικού ενδιαφέροντος. Η αγορά αυτή θα εισέλθει με ανάλογο σφρίγος και την επόμενη δεκαετία. Ωστόσο, οι τιμές των ακινήτων ουδέποτε ακολούθησαν ευθεία πορεία. Εχουν περάσει δύο χρόνια και πλέον χωρίς μία διόρθωση έστω κατά 10% και πέντε χρόνια χωρίς μια αναδίπλωση της τάξεως του 20%. Κάποια στιγμή στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον είναι βέβαιο ότι οι επενδυτές θα υποστούν σοβαρές και επώδυνες ζημίες, ακόμη και αν επαληθευθώ και οι τιμές των μετοχών συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Ποια πιθανολογείται να είναι τα γεγονότα, τα οποία θα ανακόψουν τη σημερινή ανοδική πορεία των δεικτών ή, τουλάχιστον, θα τη διακόψουν με υποχώρηση 20% ή και περισσότερο;

Η προφανής απάντηση είναι μια μεγάλη οικονομική κρίση, όπως εκείνη της παρ’ ολίγον διάλυσης της Ευρωζώνης το 2011-2012, ή μια ύφεση στις ΗΠΑ. Μια άλλη πιθανότητα είναι μια σημαντική αύξηση στα επιτόκια. Οι χειρότερες περίοδοι του υποτονικού αγοραστικού ενδιαφέροντος στη ζώσα μνήμη (1973-1974, 1980-1982, 2000-2002 και 2007-2009) παρατηρήθηκαν μετά μια σειρά αυξήσεων στο επιτόκιο δολαρίου από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed). H σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής λογίζεται στη σημερινή δημόσια συζήτηση ως ο πιο διαδεδομένος επενδυτικός κίνδυνος. Ωστόσο, με μία πιο προσεκτική εξέταση των πραγμάτων κανένας από τους προαναφερθέντες παράγοντες δεν συνιστά σοβαρή απειλή, τουλάχιστον για τους επόμενους 12 μήνες. Εντούτοις, εάν σε ορίζοντα ενός χρόνου δεν διαφαίνεται μια μείζων οικονομική κρίση ή μια αξιοσημείωτη σκλήρυνση της νομισματικής πολιτικής, θα πρέπει να συμπεράνουμε είτε ότι οι τιμές των μετοχών θα συνεχίσουν ανοδικά χωρίς διακοπή είτε ότι η επόμενη περίοδος υποτονικού αγοραστικού ενδιαφέροντος θα επέλθει ύστερα από συμβάντα ανεξάρτητα από τα οικονομικά θεμελιώδη μεγέθη ή τη νομισματική πολιτική. Σε αυτήν την περίπτωση ο πιο συνήθης ύποπτος είναι η εσωτερική δυναμική της ίδιας της αγοράς: ακραίες και μη βιώσιμες αποτιμήσεις μετοχών, ενόσω η διογκούμενη εμπιστοσύνη των επενδυτών μετατρέπεται σε επανάπαυση και υπεραισιοδοξία.

Πολλοί σχολιαστές ισχυρίζονται πως αυτή η επικίνδυνα κερδοσκοπική συνθήκη έχει διαμορφωθεί ήδη. Δύο λόγοι δείχνουν πως αυτό δεν είναι αληθοφανές. Πρώτον, γιατί ο δείκτης αποτιμήσεων στις ΗΠΑ βρίσκεται κατά τι υπεράνω του μέσου όρου και χαμηλότερα αυτού στις περισσότερες άλλες αγορές. Δεύτερον, επειδή η ίδια η συμπεριφορά της αγοράς επιβεβαιώνει ότι οι σημερινές αποτιμήσεις δεν είναι παράλογα υψηλές. Σε αντίθετη περίπτωση, οι επενδυτές θα είχαν πουλήσει μετοχές πολύ πιο επιθετικά, απαντώντας σε πιέσεις όπως η μείωση της αγοράς ομολόγων από τη Fed, λόγου χάριν. Αντ’ αυτού αγοράζουν περισσότερες μετοχές, διότι θεωρούν πως έχουν χαμηλές τιμές, πράγμα που υποδηλώνει ότι οι αποτιμήσεις δεν έχουν φθάσει σε επικίνδυνα άκρα. Και αυτό φέρνει τα κακά νέα: το αναπόφευκτο συμπέρασμα είναι πως οι μετοχές θα συνεχίσουν ανοδικά, έως ότου πραγματικά φθάσουν την υπερβολή. Τότε, αρνητικές ειδήσεις, τις οποίες σήμερα προσπερνούν οι επενδυτές ως σχεδόν άσχετες με τις αγορές, θα αποδειχθούν επαρκείς να δρομολογήσουν μια σημαντική διόρθωση. Ποια επίπεδα αποτίμησης μετοχών θα είναι επαρκώς υψηλά για να καταστήσουν ευάλωτη την αγορά; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει. Υπό το πρίσμα αυτό, το σημερινό επενδυτικό περιβάλλον μοιάζει περισσότερο με του 1987: το μεγαλύτερο από όλα τα χρηματιστηριακά κραχ και, ταυτόχρονα, το συντομότερο και τελικά το λιγότερο σημαντικό.