ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το κόστος απαγκίστρωσης από την πυρηνική ενέργεια προβληματίζει τους Γερμανούς

2808s23power1

Η Γερμανία πρόκειται να αποκτήσει έναν ακόμη αυτοκινητόδρομο. Ο Stromautobahn, όπως τον αποκαλούν οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, δεν θα υποδέχεται οχήματα σαν τα γερμανικά Audi ή BMW, αλλά καλώδια υψηλής τάσης, εκατοντάδων μιλίων από χάλυβα και αλουμίνιο που θα μεταφέρουν ηλεκτρική ενέργεια από τη Βόρεια Θάλασσα μέχρι το νότιο μέρος της χώρας, όπως αναφέρεται σε εκτενές δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας Wall Street Journal. Το σχέδιο αυτό δεν είναι παρά ένα κομμάτι της γερμανικής Energiewende, δηλαδή μιας ενεργειακής επανάστασης με επενδύσεις τρισ. ευρώ, που αποβλέπει στην αποδέσμευση της ισχυρότερης οικονομίας στην Ευρωζώνη από τα ορυκτά καύσιμα και την πυρηνική ενέργεια μέχρι τα μέσα του αιώνα. Είναι προσωπική προτεραιότητα της Γερμανίδας καγκελαρίου Αγκελα Μέρκελ.

Ομως, πολλοί οικονομολόγοι, εταιρείες ακόμη και οι γειτονικές χώρες της Γερμανίας εκφράζουν τους προβληματισμούς τους. Ανησυχούν μήπως το υπέρογκο κόστος αυτής της ενεργειακής επανάστασης τελικά υποβαθμίσει τη βιομηχανική βάση της χώρας και κατ’ επέκταση ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία. Οι φόβοι αυτοί αυξήθηκαν από την υποχώρηση του γερμανικού ΑΕΠ κατά 0,6% το δεύτερο τρίμηνο, επηρεάζοντας τις οικονομικές επιδόσεις όλης της Ευρωζώνης.

Στη Γερμανία, ο μέσος όρος των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας έχει αυξηθεί κατά 60% την τελευταία πενταετία, διότι το κόστος των επιδοτήσεων για τους παραγωγούς ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μεταφέρεται στους λογαριασμούς ρεύματος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Οι τιμές είναι σήμερα διπλάσιες σε σχέση με τις ΗΠΑ. «Η γερμανική βιομηχανία θα χάσει σταδιακά την ανταγωνιστικότητά της εάν δεν αλλάξουν αυτά τα δεδομένα σύντομα», δήλωσε ο Κερτ Μποκ, διευθύνων σύμβουλος της BASF, της μεγαλύτερης εταιρείας παραγωγής χημικών στον κόσμο.

Ολα τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης (Ε.Ε.) έχουν δεσμευτεί με συγκεκριμένους στόχους για τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Εως το 2020, το 35% της ηλεκτροδότησης στην Ευρώπη θα πρέπει να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές, ένας στόχος που εκτιμάται ως υπερβολικά αισιόδοξος. Αλλά η ενεργειακή επανάσταση που έχει ξεκινήσει μόνη της η Γερμανία θέτει ακόμη πιο φιλόδοξους στόχους. Σκοπεύει μέχρι το 2025 να παράγει το 40% με 45% της ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Η χρήση αναμένεται να έχει αυξηθεί στο 80% έως το 2050. Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα κράτη-μέλη, αντιθέτως, εστιάζουν στο χαμηλότερο φάσμα των στόχων της Ε.Ε.

Μετά την πυρηνική καταστροφή της Φουκουσίμα, το 2011, η Γερμανία έθεσε ως προτεραιότητα την άμεση απεξάρτηση της Γερμανίας από την πυρηνική ενέργεια, κηρύσσοντας μάχη κατά του φαινομένου του θερμοκηπίου, υπέρ της διάσωσης του πλανήτη. Σύμφωνα με επίσημες προβλέψεις της γερμανικής κυβέρνησης η Energiewende, δηλαδή η ενεργειακή επανάσταση της κ. Μέρκελ, θα κοστίσει ένα τρισ. ευρώ έως το 2040, καλύπτοντας σχεδόν το ήμισυ του εγχώριου ΑΕΠ, αλλά και του συνολικού κόστους της επανένωσης της Ανατολικής με τη Δυτική Γερμανία μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Οι κρατικές επιδοτήσεις στους παραγωγούς ανανεώσιμων πηγών μεταβιβάζονται στους καταναλωτές ως πρόσθετη χρέωση. Οπότε οι τιμές κατανάλωσης ρεύματος έχουν αυξηθεί για να καλύψουν τη διαφορά ανάμεσα στις τιμές της αγοράς και αυτές που εγγυάται η κυβέρνηση. Αυτή η πρόσθετη χρέωση έχει τριπλασιαστεί από το 2010 και σήμερα αποτελεί το 18% του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία. Οι επιδοτήσεις ανέρχονται, συνολικά, στα 24 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, καθιστώντας την ενεργειακή επανάσταση της Γερμανίας αρκετά κοστοβόρα.