ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Δεν φοβούνται όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες τα αρνητικά επιτόκια

Δεν φοβούνται όλες οι ευρωπαϊκές τράπεζες τα αρνητικά επιτόκια

Θεωρητικά τα αρνητικά επιτόκια αποτελούν κακές ειδήσεις για όλες τις τράπεζες, επειδή καθιστούν ασύμφορη τη δραστηριότητά τους να χρεώνουν όσους δανείζονται και να επιβραβεύουν όσους αποταμιεύουν. Ωστόσο, οι διευθύνοντες σύμβουλοι των τραπεζών, οι οποίοι ήδη βρίσκονται αντιμέτωποι με την αναταραχή των αγορών, δεν μπορούν απλώς και μόνο να κατηγορήσουν όσους αποφασίζουν για τα αρνητικά επιτόκια. Οσο καταστροφικά κι αν έχουν αποβεί στην Ευρωζώνη τα αρνητικά επιτόκια για τα συναφή έσοδα και με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να απειλεί να ωθήσει ακόμα πιο χαμηλά το επιτόκιο καταθέσεων σε αρνητικό έδαφος, είναι δύσκολο να ισχυριστεί κανείς ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα είναι ανίσχυρα να αντιδράσουν. Εάν κοιτάξει κανείς προσεκτικά τις επιμέρους τράπεζες στις χώρες με τα αρνητικά επιτόκια, από την Ευρωζώνη μέχρι την Ελβετία και τις σκανδιναβικές χώρες, μπορεί να διαπιστώσει ότι η βλάβη κάθε άλλο παρά εκτεταμένη είναι. Ορισμένες τράπεζες, μάλιστα, όχι μόνο κατόρθωσαν να προστατεύσουν τα περιθώρια κέρδους τους, αλλά και να τα αυξήσουν.

Ισως η μόνη αναποδιά έχει να κάνει με το γεγονός πως αντί τα αρνητικά επιτόκια να καταστήσουν φθηνότερη την πίστωση, όπως οι κεντρικοί τραπεζίτες επιδίωκαν, τελικά πιθανώς να παρακίνησαν τις τράπεζες να αυξήσουν το κόστος δανεισμού, όπου αυτό τους ήταν δυνατόν, καθώς και το κόστος άλλων υπηρεσιών που παρέχουν. Συνεπώς, πώς συνέβη και ορισμένες τράπεζες μπόρεσαν να αμβλύνουν τις δυσμενείς συνέπειες των αρνητικών επιτοκίων; Η πρώτη απάντηση είναι η εξεύρεση τρόπων στο να γίνει μετακύλιση του κόστους στους πελάτες, ειδικά στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες παρατηρείται υγιής ζήτηση για χορηγήσεις. Η σουηδική τράπεζα Swedbank είναι σε θέση να αυξήσει τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων εν μέσω μιας ακμάζουσας αγοράς στέγης. Κατ’ αναλογία και τα ελβετικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα επωφελήθηκαν από την αύξηση στα επιτόκια των στεγαστικών δανείων. Η δεύτερη απάντηση είναι η εξής: εάν, τώρα, η ζήτηση για δάνεια είναι βραδεία, μπορεί οι τράπεζες να αποδειχθούν πιο τυχερές στο να μετακυλίσουν τις υψηλότερες δαπάνες στους καταθέτες.

Η γαλλική Credit Agricole θα μπορούσε να αρχίσει να περικόπτει τα σχετικά γενναιόδωρα επιτόκια καταθέσεων που εξασφαλίζει στους καταθέτες της ή ακόμα περισσότερες τράπεζες θα μπορούσαν να αρχίσουν να χρεώνουν πιο πολλά στις χρεωστικές κάρτες και στις υπεραναλήψεις. Στη συνέχεια, ως τρίτη απάντηση, θα μπορούσαν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να τροποποιήσουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο.

Σε περιβάλλοντα με μηδενικά ή αρνητικά επιτόκια υπάρχει η τάση τα επενδυτικά προϊόντα με τις υψηλότερες αποδόσεις να εμφανίζονται δελεαστικότερα. Αυτό είναι κάτι ευνοϊκό, εάν μπορεί κάποιος να τα προτιμήσει. Οι συνθήκες αυτές βοηθούν τράπεζες, όπως οι Credit Suisse και UBS, οι οποίες διαθέτουν σημαντικούς βραχίονες ιδιωτικής τραπεζικής και διαχείρισης πλούτου. Είναι, επίσης, ενθαρρυντικό ότι ιταλικές τράπεζες, όπως η Intesa Sanpaolo μπορούν να επεκτείνουν την γκάμα των προσφερόμενων προϊόντων με υψηλότερες αποδόσεις. Κατόπιν τούτου, εάν όλες οι προαναφερθείσες τράπεζες είναι οι νικήτριες, τότε ποιες λογίζονται ως ηττημένες; Πιθανότατα χαμένες να θεωρούνται οι γερμανικές τράπεζες. Η γερμανική οικονομία είναι ρωμαλέα, αλλά οι ίδιες έχουν κατακλυσθεί από καταθέσεις και έχουν πλημμυρίσει περισσότερο από κάθε άλλη ευρωπαϊκή τράπεζα με ρευστό την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπου και ο στιγμιαίος πόνος της μείωσης των επιτοκίων καταθέσεων γίνεται αντιληπτός. Ο πρώην επικεφαλής της Deutsche Bank, Γιούργκεν Φίτσεν, είχε από το 2013 προειδοποιήσει ότι τα αρνητικά επιτόκια θα τιμωρήσουν όσες τράπεζες περιορίζουν τα δάνεια για λόγους που ο ίδιος θεωρούσε βάσιμους.

Τέλος, τα αρνητικά επιτόκια δεν πρόκειται να αναζωογονήσουν το ενδιαφέρον των επενδυτών για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Οι αναλυτές της Morgan Stanley προβλέπουν πως επιπλέον μείωση 10 μονάδων βάσης στο επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ θα περιστείλει 5% κατά μέσον όρο τα ανά μετοχή έσοδα για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Ευρωζώνης το 2017.