ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Παρενέργειες του «φαρμάκου» φοβάται η ΕΚΤ

Παρενέργειες του «φαρμάκου» φοβάται η ΕΚΤ

Μία εβδομάδα πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση του Μαρτίου, η ΕΚΤ μελετά τρόπους για να αξιοποιήσει εις το έπακρον τη νομισματική της πολιτική για να τονώσει την οικονομία της Ευρωζώνης, εξουδετερώνοντας, όμως, παράλληλα τις παρενέργειες. Πηγή του προβληματισμού για τον πρόεδρο της Τράπεζας Μάριο Ντράγκι είναι ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης που έχει διολισθήσει εκ νέου σε αρνητικό έδαφος και η εντεινόμενη ανησυχία για την παγκόσμια οικονομία. Στο επίκεντρο βρίσκεται η κερδοφορία των ευρωπαϊκών τραπεζών που έχει πληγεί από τα αρνητικά επιτόκια και εγκυμονεί τον κίνδυνο να μειώσουν οι τράπεζες τον δανεισμό σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Εστία κινδύνου

«Ο Ντράγκι θα έπρεπε να ανησυχεί για τις επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα», τονίζει ο Μαρκ Μπούργκες, στέλεχος της Columbia Threadneedle Investments, που υπενθυμίζει στον πρόεδρο της ΕΚΤ ότι «χρειάζεται υγιή τραπεζικό τομέα». Ενα από τα αμεσότερα μέτρα θα ήταν να μειωθεί περαιτέρω το επιτόκιο καταθέσεων από το υφιστάμενο επίπεδο του -0,3%, αλλά να επιβάλλεται μόνον όταν οι καταθέσεις των τραπεζών στα ταμεία της ΕΚΤ υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο ύψος. Πρόκειται για το σύστημα που έχουν υιοθετήσει άλλες κεντρικές τράπεζες, όπως η Τράπεζα της Ελβετίας, και, σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στην ΕΚΤ, θα είναι εύκολο να εφαρμοσθεί στην Ευρωζώνη αν ορισθεί ένα ποσό πολλαπλάσιο του ύψους του απαιτούμενου αποθεματικού, πάνω από το οποίο θα ισχύει το αρνητικό επιτόκιο.

Ο Φρέντερικ Ντουκροζέτ, οικονομολόγος της Banque Picted & Cie στη Γενεύη, προτείνει «να μην υπόκεινται σε αρνητικά επιτόκια τα κεφάλαια που έχουν λάβει οι τράπεζες από την ΕΚΤ ως μακροπρόθεσμα δάνεια και να αντιμετωπίζονται ως υποχρεωτικό αποθεματικό». Ο ίδιος εξηγεί ότι αυτός θα ήταν ένας τρόπος για να αυξηθεί το τμήμα των αποθεματικών των τραπεζών που δεν υπόκεινται σε αρνητικά επιτόκια και παράλληλα να διασφαλισθεί η πιστωτική επέκταση. Μία άλλη επιλογή θα ήταν να αυξήσει η ΕΚΤ το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που έως τώρα προβλέπει μηνιαίες αγορές ομολόγων αξίας 60 δισ. ευρώ μέχρι τον Μάρτιο του 2017, με τη συνολική αξία του προγράμματος να ανέρχεται σε 1,5 τρισ. ευρώ. Ωστόσο το πρόγραμμα αυτό σε συνδυασμό με τα μακροπρόθεσμα δάνεια έχει οδηγήσει σε μεγάλο πλεόνασμα ρευστότητας. Υπολογίζεται πως η πλεονασματική ρευστότητα ανέρχεται σε τουλάχιστον 700 δισ. ευρώ. Ηταν κάτω από 150 δισ. ευρώ πριν από έναν χρόνο, τον Μάρτιο του 2015, οπότε εγκαινιάστηκε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων έχει προκαλέσει επικρίσεις, με τον διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας Μαρκ Κάρνεϊ να προειδοποιεί ότι μπορεί να οδηγήσουν στο «μηδενικό αποτέλεσμα» για όλους, στο αποτέλεσμα που προκύπτει από τους νομισματικούς πολέμους.

Υψηλό κόστος

Μολονότι η ΕΚΤ έχει καταφύγει στη λύση των αρνητικών επιτοκίων από τα μέσα του 2014, δεν έχει έως τώρα μετέλθει κανένα μέσο για να περιφρουρήσει την κερδοφορία των τραπεζών. Το πρόβλημα των τραπεζών είναι πως δεν μπορούν να μεταβιβάσουν στους πελάτες τους το κόστος από τα αρνητικά επιτόκια, καθώς ενδέχεται να τους εξωθήσουν σε μαζικές αναλήψεις. Εχει, άλλωστε, υποχωρήσει σημαντικά η χρηματιστηριακή αξία των τραπεζών, έπειτα από την πρόσφατη πτώση των μετοχών τους, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για επικείμενη μείωση των επιτοκίων βαθύτερα σε αρνητικό έδαφος.

Σύμφωνα, πάντως, με τον Μπενουά Κερέ, μέλος του Δ.Σ., η ΕΚΤ έχει γνώση του προβλήματος και μελετά «τα σχήματα άλλων τραπεζών που αμβλύνουν τις πιθανές επιπτώσεις στον δανεισμό».

Ανάγκη μέτρων

Τα τελευταία στοιχεία για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη εντείνουν την πίεση στην ΕΚΤ για λήψη πρόσθετων μέτρων τόνωσης της οικονομίας – παρατηρείται γενικευμένη επιβράδυνση και εμφανίζεται μείωση τιμών. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε χθες στη δημοσιότητα η Markit, ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών (ΡΜΙ) υποχώρησε τον Φεβρουάριο στις 53 μονάδες από τις 53,6 του Ιανουαρίου, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 13 μηνών. Παράλληλα ο σχετικός δείκτης της Markit παρουσιάζει τις τιμές να μειώνονται, καθώς οι επιχειρήσεις εκφράζουν απαισιοδοξία τόσο για τη μελλοντική πορεία των πωλήσεών τους όσο και για την τρέχουσα κατάσταση. Οι ρυθμοί ανάπτυξης επιβραδύνονται σε Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία και Ιρλανδία, ενώ η Γαλλία διολίσθησε σε συρρίκνωση της οικονομίας της για πρώτη φορά ύστερα από ένα και πλέον έτος. Σχολιάζοντας τα στοιχεία, ο Κρις Γουίλιαμσον, οικονομολόγος της Markit, υπογράμμισε πως επιβραδύνεται η δραστηριότητα των επιχειρήσεων και μαζί με αυτήν μειώνονται οι προσλήψεις και οι τιμές, και ο συνδυασμός όλων αυτών καταδεικνύει ότι η ανάκαμψη στην Ευρωζώνη έχει χάσει την κεκτημένη ταχύτητά της.