ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ευρωπαϊκές τράπεζες, ο μεγάλος ασθενής

Ευρωπαϊκές τράπεζες, ο μεγάλος ασθενής

Η πραγματικότητα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες είναι πως υποφέρουν από το μεγάλο ύψος των μη εξυπηρετούμενων δανείων που έχουν στους ισολογισμούς τους και ταυτόχρονα έχουν χαμηλό επίπεδο κεφαλαίων. Γεγονός που σημαίνει πως οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν είναι σε καλή κατάσταση ώστε να αντιμετωπίσουν τις ταραγμένες αγορές το 2016.

Από την αρχή του έτους ο δείκτης τραπεζικών μετοχών του STOXX Europe 600 έχει υποχωρήσει κατά 15,3%. Ανακύπτουν δύο ερωτήματα: Υποχωρούν οι μετοχές των ευρωπαϊκών τραπεζών επειδή συνειδητοποιούν οι επενδυτές ότι στη μετά την κρίση εποχή ο τραπεζικός τομέας θα αναπτύσσεται βραδύτερα και θα εμφανίζει χαμηλότερα κέρδη; Ή μήπως η υποχώρηση των μετοχών είναι σημάδι πως οι τράπεζες είναι τόσο αδύναμες ώστε να αποτελούν και πάλι απειλή για την ευρωπαϊκή οικονομία και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος; Η απάντηση είναι καταφατική και στα δύο ερωτήματα. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες δυσκολεύονται να παράξουν κέρδη. Οι 12 μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρώπης εμφάνισαν πέρυσι κέρδη ύψους 18 σεντς για κάθε 100 δολάρια περιουσιακών στοιχείων που διαθέτουν. Η απόδοση των έξι αμερικανικών ανταγωνιστριών τους ήταν 92 σεντ ανά 100 δολάρια. Τρεις ευρωπαϊκοί γίγαντες (Credit Suisse, Deutsche Bank, Royal Bank of Scotland) εμφάνισαν ζημίες ύψους πολλών δισ. δολαρίων το 2015. Η RBS είναι ζημιογόνος κάθε χρονιά από το 2008 και μετά. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι τράπεζες έχουν κάνει νευρικούς τούς επενδυτές. Ακόμη πιο αποθαρρυντικό από την πτώση των μετοχών τους είναι το γεγονός ότι έχει αυξηθεί το κόστος των συμβολαίων που προστατεύουν τους επενδυτές έναντι του κινδύνου χρεοκοπίας.

Το κόστος ασφάλισης για ομόλογα υψηλής εξασφάλισης (senior bonds) της Deutsche Bank έχει υπερδιπλασιαστεί σε διάστημα ενός χρόνου. Οι τράπεζες είναι ανάγκη να ενισχύσουν την κεφαλαιακή τους θέση ώστε να καταστούν ασφαλέστερες, ωστόσο η χαμηλή τους κερδοφορία καθιστά δυσκολότερο το εγχείρημα. «Εχουμε μείνει μακριά από τις ευρωπαϊκές τράπεζες από την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης», λέει η κ. Λούσι ΜακΝτόναλντ, επικεφαλής επενδύσεων σε αγορές μετοχών για την Allianz Global Investors. «Μέχρι να τακτοποιήσουν την κεφαλαιακή τους θέση και τους ισολογισμούς τους, δεν υπάρχει λόγος να έχεις επενδύσει στις μετοχές τους», προσθέτει. Τα κεφάλαια αυτά είναι, σε γενικές γραμμές, εκείνα που κάνουν τη διαφορά μεταξύ τού μια τράπεζα να εμφανίζει ζημίες και του να χρεοκοπήσει. Οσο περισσότερο έχει χρηματοδοτηθεί μια τράπεζα, μέσω έκδοσης μετοχών, τόσο λιγότερο κινδυνεύει από μια χρεοκοπία.

Από την κρίση του 2008 και μετά, οι κανονιστικές αρχές και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού έχουν πιέσει τους τραπεζίτες να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους, με τις αμερικανικές να το επιτυγχάνουν συντομότερα, εν μέρει εξαιτίας της μεγαλύτερης πίεσης που δέχτηκαν. Υπολογίζοντας τα κεφάλαιά τους έναντι του συνόλου των περιουσιακών τους στοιχείων, χωρίς να σταθμίζονται ορισμένα εξ αυτών (μέθοδος που βασίζεται λιγότερο στις εκτιμήσεις των ίδιων των τραπεζών περί της ασφάλειας ορισμένων περιουσιακών τους στοιχείων), προκύπτει ότι οι αμερικανικές τράπεζες είναι σήμερα καλύτερα κεφαλαιοποιημένες από τις ευρωπαϊκές. «Τράπεζες για τις οποίες η αγορά θεωρεί ότι έχουν λιγότερα κεφάλαια από άλλες θα έχουν προβλήματα με την τιμή των μετοχών τους», λέει ο κ. Νικίλ Σρινιβασάν, επικεφαλής επενδύσεων της Assicurazioni Generali. Η μετοχή της Deutsche Bank έχει υποχωρήσει κατά περίπου 22% από την αρχή του έτους. Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα των ευρωπαϊκών τραπεζών είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ύψους περίπου 1 τρισ. δολαρίων, που εξακολουθούν να έχουν στους ισολογισμούς τους. Μόνον η Ιρλανδία και η Ισπανία έχουν καθαρίσει τις τράπεζες τους από τα «κόκκινα» δάνεια, και μάλιστα με υψηλό κόστος. Με την ιδιωτική οικονομία στην Ευρώπη να εξαρτάται για τη χρηματοδότησή της κυρίως από τις τράπεζες, η ύπαρξη αδύναμων τραπεζών πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Φαίνεται ότι βρισκόμαστε σε αυτήν ακριβώς τη φάση.