ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα νέα μέτρα της ΕΚΤ δεν θα αποδυναμώσουν το ευρώ

Τα νέα μέτρα της ΕΚΤ δεν θα αποδυναμώσουν το ευρώ

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναμένεται να ανοίξει αύριο διάπλατα το οπλοστάσιο της νομισματικής πολιτικής για την τόνωση της οικονομίας. Η ισοτιμία του ευρώ, όμως, μάλλον δεν πρόκειται να αλλάξει πολύ. Πριν από ένα έτος, όταν η ΕΚΤ εγκαινίασε το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων αποφασισμένη να τυπώσει πάνω από ένα τρισ. ευρώ, πολλοί αναλυτές συναλλάγματος συνεργάτες των μεγαλύτερων τραπεζών προέβλεψαν πως το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα θα είχε φτάσει σήμερα στην ισοτιμία ένα προς ένα έναντι του δολαρίου. Αφού, όμως, σημείωσε ραγδαία πτώση εν αναμονή του προγράμματος της ΕΚΤ, στη συνέχεια παρέμεινε στάσιμο για το μεγαλύτερο μέρος του περασμένου έτους. Και δεν μετακινήθηκε ούτε όταν η αύξηση των επιτοκίων του δολαρίου από τη Federal Reserve συνδυάστηκε με την απόφαση της ΕΚΤ για περαιτέρω μείωση των επιτοκίων της Ευρωζώνης βαθύτερα σε αρνητικό έδαφος.

Ετσι οι προσδοκίες περί εξίσωσης του ευρώ με το δολάριο έχουν εξανεμισθεί. Το επόμενο έτος τέτοιο καιρό, το ευρώ αναμένεται να έχει περίπου την ίδια ισοτιμία που έχει και σήμερα. Αυτό εκτιμά τουλάχιστον η πλειονότητα των αναλυτών που συμμετείχαν στην τελευταία δημοσκόπηση του Reuters. Υπενθυμίζει πως η αντίστοιχή της πριν από ένα χρόνο απεδείχθη εξαιρετικά ακριβής. Στη δημοσκόπηση που διεξήχθη τον Μάρτιο του περασμένου έτους, επικρατούσε συναίνεση μεταξύ των αναλυτών πως το ευρώ θα ήταν σήμερα 1,08 δολάριο, μόλις δύο σεντς πιο κάτω από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν χθες το βράδυ. Τώρα έχει επικρατήσει η προσδοκία ότι θα ακολουθήσει σταδιακή αύξηση των επιτοκίων στις ΗΠΑ το 2016 ενώ στην Ευρωζώνη θα χαλαρώνει διαρκώς η νομισματική πολιτική. Ενας τέτοιος συνδυασμός αποκλίνουσας νομισματικής πολιτικής λογικά πρέπει να οδηγήσει το ευρώ σε διολίσθηση προς το ένα δολάριο ή ακόμη και πιο κάτω από αυτό. Ωστόσο, αυτή η πρόβλεψη φαίνεται και πάλι πως δεν θα αποδειχθεί σωστή. Τους τελευταίους τρεις μήνες, τουλάχιστον έξι ισχυρές τράπεζες έχουν πάψει να μιλούν για εξίσωση του ευρώ με το δολάριο. Το πρόβλημα είναι, όμως, πως για την ΕΚΤ θα ήταν σημαντικό να υποχωρούσε η ισοτιμία του ευρώ ακόμη κι αν δεν το δηλώνει ανοικτά. Μια χαμηλότερη ισοτιμία ανεβάζει τις τιμές των εισαγωγών, εξωθώντας ανοδικά τον πληθωρισμό, που έχει και πάλι διολισθήσει σε αρνητικό πρόσημο. Παράλληλα αναβαθμίζει την ανταγωνιστικότητα των εξαγωγών στις διεθνείς αγορές, τουλάχιστον στη θεωρία. Η εμπειρία μας από την Ιαπωνία, της οποίας η κεντρική τράπεζα έχει δαπανήσει την τελευταία δεκαετία πολλά τρισ. γιεν, μας διδάσκει πως ο αντίκτυπος της ποσοτικής χαλάρωσης στην ισοτιμία του νομίσματος δεν είναι συμπαγής. Το ιαπωνικό νόμισμα έχει παρουσιάσει μόνο σύντομες πτώσεις, ενώ ούτε και ο πληθωρισμός σημείωσε αξιόλογη άνοδο.

Σήμερα οι οικονομολόγοι δεν προβλέπουν τέσσερις αυξήσεις επιτοκίων στις ΗΠΑ αλλά μόνο δύο, ενώ η αγορά φαίνεται ακόμη πιο απαισιόδοξη. Ο συνδυασμός όλων αυτών έχει αφαιρέσει τον αέρα από τα πανιά του δολαρίου. Αν δεν επιταχυνθεί πραγματικά ο ρυθμός ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας, δεν δικαιολογούνται προβλέψεις για εξίσωση του ευρώ με το δολάριο. Εξάλλου, η ιστορία μάς δείχνει άλλα πράγματα. Το ενιαίο νόμισμα εξισώθηκε με το δολάριο πριν από 16 χρόνια, αμέσως μετά την εισαγωγή του στις χρηματαγορές. Κατάφερε να διατηρηθεί σε επίπεδα πάνω από το δολάριο από το 2002 μέχρι σήμερα μολονότι έχουν μεσολαβήσει δύο υφέσεις και μια σοβαρή κρίση χρέους από την οποία κινδύνεψε να διαλυθεί η Ευρωζώνη.

Εκτός από το ενδεχόμενο μιας αιφνιδιαστικής επιβράδυνσης της Ευρωζώνης, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που θα μπορούσε να αποτρέψει την άνοδο ή σταθεροποίηση του ευρώ ίσως να είναι το ενδεχόμενο να αποφασίσουν οι Βρετανοί να εγκαταλείψουν την Ευρωπαϊκή Ενωση στο δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου. Τέτοιο πλήγμα στη νομισματική ένωση ίσως να είναι αρκετά ισχυρό ώστε να συμπιέσει το ευρώ στην ένα προς ένα ισοτιμία προς το δολάριο. Το αν ο Μάριο Ντράγκι θα δώσει αύριο στις αγορές αυτό που θέλουν θα καθορίσει τις εξελίξεις βραχυπρόθεσμα. Ισως, όμως, είναι δύσκολο να αποφασίσει ταυτοχρόνως περαιτέρω μείωση των επιτοκίων και επέκταση της ποσοτικής χαλάρωσης. Αυξάνονται, όμως, οι πιθανότητες.