ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τι μπορούν να πετύχουν οι κεντρικές τράπεζες

Τι μπορούν να πετύχουν οι κεντρικές τράπεζες

Καθώς η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) προχώρησε σε ακόμη μεγαλύτερη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη, η συζήτηση για το τι μπορούν ή δεν μπορούν να πετύχουν οι κεντρικές τράπεζες πυροδοτεί ακραία επιχειρήματα. Ορισμένοι σχολιαστές ισχυρίζονται πως οι κεντρικές τράπεζες έχουν εξαντλήσει το οπλοστάσιό τους. Αλλοι τις κατηγορούν ότι απαλλοτριώνουν τις αποταμιεύσεις αβοήθητων καταθετών. Μερίδα οικονομικών παρατηρητών θεωρεί πως χρειάζεται μια αυστηρότερη νομισματική πολιτική για την ενίσχυση της ζήτησης, αντί των επεκτατικών μέτρων που εφαρμόζονται σήμερα. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες κοινές παραδοχές στη νομισματική πολιτική που δεν πρέπει να λησμονούνται. Βέβαια, η νομισματική πολιτική μπορεί να επηρεάσει την πλευρά της προσφοράς σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Μέσα στον χρόνο, η κατάλληλη νομισματική πολιτική μπορεί να στηρίξει την εμπιστοσύνη και να δημιουργήσει το ιδανικό μείγμα σταθερότητας και εξέλιξης που θα ενθαρρύνει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Δεν μπορεί, όμως, να ενισχύσει άμεσα την τάση ανάπτυξης μιας οικονομίας, όπως φαίνεται από το παράδειγμα της Ιαπωνίας.

Μια υπερβολικά γενναιόδωρη νομισματική πολιτική μπορεί να πλήξει την πλευρά της προσφοράς μιας οικονομίας, να δημιουργήσει «φούσκες» στις αγορές, με τους πόρους να μη διατίθενται σε παραγωγικές δραστηριότητες αλλά να αχρηστεύονται. Αντίστροφα, η απότομη αναδίπλωση της νομισματικής πολιτικής, ενδεχομένως, να οδηγήσει σε αύξηση της ανεργίας, αδρανοποιώντας τους πόρους που έχουν συγκεντρωθεί προηγουμένως λόγω των μακροπρόθεσμα ανέργων που θα έχουν παγιδευτεί στην απραξία.

Τράπεζες, νοικοκυριά και εταιρείες τείνουν να φυλάσσουν ρευστό όταν έχει ξεσπάσει μια χρηματοπιστωτική κρίση. Είναι υποχρέωση μιας κεντρικής τράπεζας να συμπληρώσει την έλλειψη ρευστότητας, επεκτείνοντας τους ισολογισμούς της. Διαφορετικά θα βυθιστεί η οικονομία. Στο ερώτημα, όμως, εάν η πολιτική των αρνητικών επιτοκίων πλήττει την κινητή περιουσία των Γερμανών αποταμιευτών, η απάντηση είναι η εξής: η πολιτική ρευστότητας μιας κεντρικής τράπεζας δεν μπορεί να μεταβάλει την ισορροπία ανάμεσα στις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις. Μέσα από αυτήν την ισορροπία καθορίζεται μακροπρόθεσμα το πραγματικό επιτόκιο στις πιστώσεις.

Εξάλλου, οι συντηρητικοί αποταμιευτές, που αποστρέφονται τον επενδυτικό κίνδυνο, προτιμούν τα γερμανικά ομόλογα και έτσι οδηγούν τις αποδόσεις τους σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Ετσι, δυστυχώς, οι γερμανικές εταιρείες στον κλάδο ασφαλειών ζωής δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τις αποδόσεις που έχουν υποσχεθεί στους πελάτες τους, δηλαδή λόγω της μεγάλης αποστροφής του επενδυτικού κινδύνου και όχι επειδή η ΕΚΤ εφαρμόζει μια επεκτατική νομισματική πολιτική. Γεγονός είναι ότι μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, το κανάλι πιστώσεων στη νομισματική πολιτική είναι λιγότερο αποτελεσματικό από πριν. Μεγαλύτερη επίδραση ασκείται στις ισοτιμίες από τη νομισματική πολιτική. Εξακολουθεί, παρά ταύτα, να υπάρχει μια διστακτικότητα μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers σε ό,τι αφορά τη δέσμευση κεφαλαίων μακροπρόθεσμα. Σήμερα ο τομέας των εταιρικών επενδύσεων αντιδρά λιγότερο σε μια μεταβολή των ισοτιμιών και έτσι δεν αποκομίζει στο έπακρο τα συγκριτικά οφέλη που προκύπτουν από μια βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.

Επιπροσθέτως, μια αύξηση των επιτοκίων αντί του αντιθέτου σε ένα υποτονικό περιβάλλον ζήτησης θα ήταν η συνταγή της καταστροφής. Τέλος, τα σενάρια για «φούσκες» στις αγορές είναι λίγο παρατραβηγμένα. Η άνοδος των τιμών των μετοχών από την κατάρρευση των αγορών το 2008-09 αντανακλά περισσότερο την καταστροφή των αξιών μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Οι αρνητικές αποδόσεις των κρατικών ομολόγων επενδυτικής βαθμολογίας αντικατοπτρίζουν το ευρύτερο κλίμα αποστροφής κινδύνου που επισκιάζει τις αγορές.

* O κ. Holger Schmieding είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.