ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Περικοπές στο Ριάντ λόγω φθηνού πετρελαίου

Περικοπές στο Ριάντ λόγω φθηνού πετρελαίου

Στις 5 Μαρτίου ο υπουργός Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας ανακοίνωσε ότι το βασίλειο θα ολοκληρώσει τη συμφωνία προμήθειας πολεμικού υλικού ύψους 4 δισ. δολαρίων με τη Γαλλία, αλλά, αντί να αποστείλει τον συναφή οπλισμό στον Λίβανο βάσει του αρχικού σχεδιασμού, θα τον χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες του σαουδαραβικού στρατού. Η Σαουδική Αραβία ακύρωσε τη βοήθεια σε γαλλικό οπλισμό προς τον στρατό και τις υπηρεσίες ασφαλείας του Λιβάνου, επειδή η λιβανική κυβέρνηση δεν καταδίκασε την επίθεση κατά της σαουδαραβικής πρεσβείας στο Ιράν τον Ιανουάριο. Οι Σαουδάραβες αξιωματούχοι κατηγόρησαν τους σιίτες της Χεζμπολάχ, της ισχυρότερης πολιτικής και στρατιωτικής οργάνωσης του Λιβάνου, ότι ασκούν υπερβολικά μεγάλο έλεγχο στην κυβέρνηση της χώρας και την οδηγούν πιο κοντά στο Ιράν. «Δεν διακόψαμε τη συνεργασία με τη Γαλλία, απλώς τα όπλα θα κατευθυνθούν στη Σαουδική Αραβία και όχι στη Χεζμπολάχ», δήλωσε ο υπουργός Εξωτερικών της Σαουδικής Αραβίας, Αντελ αλ Τζουμπέιρ. «Οι αποφάσεις του Λιβάνου λαμβάνονται υπό τον εκβιασμό της Χεζμπολάχ».

Το επεισόδιο αυτό υπογραμμίζει ότι η Σαουδική Αραβία, η οποία είναι ισχυρή στρατιωτικά αλλά με οικονομικά προβλήματα, καθίσταται πιο επιλεκτική στη χρήση της διπλωματίας μέσω της οικονομικής στήριξης. Καθώς οι τιμές του πετρελαίου έχουν κατακρημνιστεί διεθνώς και εντός των τειχών της ασκούνται πιέσεις, η χώρα αναδιπλώνεται ως προς την παροχή βοήθειας σε άλλες αραβικές χώρες. Και αυτό ισχύει κυρίως με όσες δεν συντάχθηκαν μαζί της στην άσκηση περιφερειακής πολιτικής. Εξ ου και το βασίλειο ενδεχομένως να επανεξετάσει και τα δισεκατομμύρια δολάρια που δίνει στην Αίγυπτο. Είναι αλήθεια ότι οι Σαουδάραβες πολιτικοί ήθελαν να τιμωρήσουν τόσο τη Χεζμπολάχ όσο και τον Λίβανο. Συν τοις άλλοις, ήθελαν να διοχετεύσουν τα κεφάλαια αυτά για τη στήριξη των πολεμικών επιχειρήσεών τους στην Υεμένη, οι οποίες, σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς, τους κοστίζουν σχεδόν 1 δισ. δολάρια μηνιαίως. Το περασμένο έτος το Ριάντ εμφάνισε έλλειμμα-ρεκόρ σχεδόν 98 δισ. δολαρίων, το οποίο αντισταθμίστηκε με τη βοήθεια των υπέρογκων συναλλαγματικών διαθεσίμων του βασιλείου. Η πολιτική λιτότητας της Σαουδικής Αραβίας αποτυπώνεται και στο ότι αναζητεί πρώτη φορά μέσα στην τελευταία δεκαετία να εξασφαλίσει διεθνείς πιστώσεις 6-8 δισ. δολαρίων.

Οι δε τιμές του πετρελαίου άρχισαν να καταβυθίζονται από τα μέσα του 2014, αγγίζοντας το ναδίρ δωδεκαετίας των 30 δολαρίων το βαρέλι. Αν και οι Σαουδάραβες αξιωματούχοι εμμένουν στο ότι τα συναλλαγματικά διαθέσιμά τους τούς επιτρέπουν να αντέξουν επί μακρόν τις χαμηλές τιμές του πετρελαίου, το ΔΝΤ τούς προειδοποίησε πέρυσι τον Οκτώβριο ότι ενδέχεται εντός πενταετίας να εξαντληθεί το ρευστό τους, εάν δεν εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις σε αντίβαρο της πτώσης των τιμών. Ετσι, η κυβέρνηση επέβαλε περικοπές, προώθησε αλλαγές στις επιδοτήσεις της ενέργειας και ενέτεινε τις προσπάθειες να αυξήσει τα έσοδα από τη φορολογία.

Με το σκεπτικό αυτό, μειώνονται και οι δαπάνες της διεθνούς βοήθειας. Στην περίπτωση ειδικά της Αιγύπτου και του προέδρου της Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι, αρχικά η Σαουδική Αραβία πίστευε πως στο πρόσωπό του εντόπισε έναν ισχυρό σύμμαχο. Αλλωστε, οργάνωσε εκστρατεία κατά των Αδελφών Μουσουλμάνων. Οπότε παρείχαν σε αυτόν περισσότερα από 12 δισ. δολάρια για την τόνωση της αιγυπτιακής οικονομίας και πίεσαν τα ΗΑΕ και το Κουβέιτ να τον στηρίξουν επίσης. Εντούτοις, ορισμένοι Σαουδάραβες αξιωματούχοι υπαινίχθηκαν ότι τα χρήματα ίσως καθυστερήσουν ή «παγώσουν», εάν ο πρόεδρος Σίσι δεν παύσει να τάσσεται υπέρ του καθεστώτος Ασαντ στη Συρία, το οποίο έχει και τη στήριξη της Τεχεράνης. Τέλος, την οργή του Ριάντ προκάλεσε και η διαρροή συνομιλιών μεταξύ Σίσι και λοιπών υψηλόβαθμων στελεχών, όπου φαινόταν πως τα κράτη του Κόλπου χρηματοδότησαν τον αιγυπτιακό στρατό να οργανώσει εκστρατεία κατά του δημοκρατικά εκλεγμένου πρώην προέδρου της Αιγύπτου Μοχάμεντ Μόρσι.