ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στα 4,5 τρισ. δολ. ο τζίρος των 250 μεγαλύτερων λιανεμπόρων το 2014

Στα 4,5 τρισ. δολ. ο τζίρος των 250 μεγαλύτερων λιανεμπόρων το 2014

Σταθερή αύξηση εμφανίζουν τα έσοδα των 250 ισχυρότερων ομίλων λιανεμπορίου στον κόσμο, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση για τον κλάδο και τις ανά περιφέρεια και ανά προϊόν επιδόσεις του, την οποία εκπόνησε η διεθνής εταιρεία επιχειρηματικών συμβούλων Deloitte Touche Tohmatsu Limited. Σύμφωνα με την έκθεση, που φέρει τον τίτλο «Οι παγκόσμιες δυνάμεις του λιανεμπορίου το 2016», το οικονομικό έτος 2014 οι εν λόγω όμιλοι είχαν έσοδα 4,5 τρισ. δολάρια. Αυτό μεταφράζεται σε αύξηση 4,3%, όταν το 2013 η αντίστοιχη αύξηση είχε διαμορφωθεί στο 4,1%. Επιμερισμένα τα 4,5 τρισ. δολάρια στις εταιρείες σημαίνει πως κάθε μία είχε κατά μέσο όρο 118 δισ. δολάρια έσοδα.

Πάντως, από τους 250 ομίλους οι 65 είχαν έσοδα κάτω των 5 δισ. δολαρίων, ενώ οι τέσσερις ισχυρότεροι απεκόμισαν άνω των 100 δισ. δολαρίων το 2014. Πρόκειται για τις Wal-Mart, Costco Wholesale, The Κroeger και Schwarz. Οι όμιλοι λιανικού εμπορίου, πάντως, με την πιο εκτεταμένη διεθνή παρουσία και δραστηριότητα είναι οι ευρωπαϊκοί, με μέσο όρο 16,8 χώρες, ενώ το 38% των εσόδων τους προέρχεται από τις διεθνείς αγορές. Ως περισσότερο παγκοσμιοποιημένοι μεταξύ των 250 του καταλόγου της Deloitte εμφανίζονται οι γαλλικοί και γερμανικοί κολοσσοί, οι οποίοι αποκομίζουν το 40% των εσόδων τους εκτός συνόρων. Αναφορικά με τις επιμέρους κατηγορίες του λιανεμπορίου τώρα, η ταχύτερα αναπτυσσόμενη και πιο επικερδής ήταν εκείνη της ένδυσης και των αξεσουάρ. Αν και οι επιχειρήσεις της κατηγορίας αυτής φαίνεται πως έχουν συγκριτικά μικρό μέγεθος, με κατά μέσο όρο έσοδα 9,1 δισ. δολάρια, διατηρούν την πιο παγκοσμιοποιημένη παρουσία.

Οπως συμπεραίνουν οι συντάκτες της έκθεσης από τα στοιχεία που μελέτησαν, τρεις είναι οι βασικές τάσεις στο λιανικό εμπόριο. Πρώτον, πως δεν υπάρχει μονόδρομος όσον αφορά την ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας. Συγκεκριμένα, αν και όλες συνολικά οι αγορές πορεύονται προς την ίδια κατεύθυνση, ορισμένες από αυτές επιλέγουν άλλες διαδρομές, για να φθάσουν στην υιοθέτηση της ψηφιακής τεχνολογίας για τις ανάγκες του εμπορίου. Λόγου χάριν, μερικές αναδυόμενες αγορές παρακάμπτουν εντελώς το αρχικό στάδιο ενσωμάτωσης της τεχνολογίας, το οποίο ώριμες αγορές είχαν ακολουθήσει. Δεύτερον, ένα ενιαίο ψηφιακό «μέγεθος» δεν μπορεί να αρμόζει σε όλους τους καταναλωτές. Η ψηφιακή συμπεριφορά τους διαφοροποιείται αναλόγως με δημογραφικούς παράγοντες (όπως φύλο, ηλικία, εισοδήματα κ.λπ.), καθώς και με το είδος του προϊόντος που αναζητούν κάθε φορά. Τρίτον, οι καταναλωτές απαιτούν βελτιωμένα ψηφιακά εργαλεία. Τα εν λόγω εργαλεία και οι ψηφιακοί δίαυλοι μπορούν να επεκτείνουν την πρόσβαση που έχουν οι λιανέμποροι και να τους αυξήσουν τα έσοδα. Ωστόσο, οι καταναλωτές επί του παρόντος δεν αισθάνονται ούτε ικανοποιημένοι ούτε ότι εξυπηρετούνται επαρκώς.

Χάσμα

Πέραν του ότι στην έκθεσή της η Deloitte διαπιστώνει το χάσμα στην ψηφιακή τεχνολογία, το οποίο υπάρχει μεταξύ των επιχειρήσεων του λιανικού εμπορίου και των καταναλωτών τους, ταυτόχρονα αναλύει και τον αντίκτυπό της στις συμπεριφορές τους. Φαίνεται, λοιπόν, πως με πολύ ραγδαίους ρυθμούς ο κόσμος οδηγείται σε μια εποχή στην οποία σχεδόν όλοι οι καταναλωτές και οι καταναλώτριες θα συνδέονται στο Διαδίκτυο συνεχώς. Ως αποτέλεσμα αυτού του μετασχηματισμού του τοπίου, οι προσδοκίες των καταναλωτών θα εξελίσσονται με γρηγορότερο ρυθμό από εκείνον με τον οποίο οι όμιλοι λιανεμπορίου ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους. Κατά συνέπεια, διαμορφώνεται ένα είδος «ψηφιακού χάσματος».

Η Deloitte, επιπλέον, παρατηρεί ότι, ανεξαρτήτως της ανταγωνιστικής απειλής που αντιμετωπίζουν τα συμβατικά καταστήματα λόγω του διαδικτυακού εμπορίου, των κυβερνοεπιθέσεων και της δυσχερούς αποκωδικοποίησης των καταναλωτικών προτιμήσεων, υπάρχουν σταθεροί παράγοντες που πρέπει να συνεκτιμηθούν. Πρόκειται για το πώς η ισχύς και οι αδυναμίες της διεθνούς οικονομίας, ο πληθωρισμός και ο αποπληθωρισμός, η κίνηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών και οι τιμές του πετρελαίου και των περιουσιακών στοιχείων επηρεάζουν το λιανεμπόριο. Εν κατακλείδι, επισημαίνει η Deloitte, η ενίσχυση του αμερικανικού δολαρίου μεταφράζεται σε μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη για τους καταναλωτές στις ΗΠΑ και υψηλότερες τιμές εισαγόμενων προϊόντων για τους καταναλωτές άλλων περιοχών και ειδικά των αναδυόμενων αγορών.