ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα «ουρανοκατέβατα χρήματα» και ο κ. Ντράγκι

Τα «ουρανοκατέβατα χρήματα» και ο κ. Ντράγκι

Επειτα από ένα χρόνο και έχοντας ήδη αγοράσει ομόλογα ύψους 800 δισ. ευρώ, αρχίζουν να διαγράφονται με περισσότερη σαφήνεια τα αποτελέσματα της περίφημης ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της ΕΚΤ. Σε ορισμένους τομείς το πρόγραμμα αγοράς κρατικών και ιδιωτικών ομολόγων είναι αδιαμφισβήτητα επιτυχημένο: το κόστος δανεισμού των περισσότερων μελών της Ευρωζώνης έχει υποχωρήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.

Σε άλλους τομείς, ιδιαίτερα όσον αφορά στον πληθωρισμό, το πρόγραμμα έχει αποτύχει δεδομένου ότι αυτός υποχώρησε τον Φεβρουάριο στο -0,2%, όταν στόχος της ΕΚΤ και του QE είναι να επαναφέρει τον πληθωρισμό κοντά στο 2%. Σε άλλους κρίσιμους τομείς, όπως αυτός των δανείων από τράπεζες προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, η κατάσταση είναι περισσότερο συγκεχυμένη: καταγράφεται μικρή αύξηση του δανεισμού, τόσο μικρή ώστε είναι αδύνατον να οδηγήσει σε σημαντική αύξηση των επενδύσεων συνεπώς και της απασχόλησης και της ανάπτυξης, ωστόσο μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναλογιστεί πόσο χειρότερη θα ήταν η κατάσταση αν δεν είχε υπάρξει το QE. Πολύ χειρότερη, είναι η απάντηση.

Ωστόσο την περασμένη εβδομάδα η ΕΚΤ δεν πανηγύρισε τον έναν χρόνο εφαρμογής της ποσοτικής χαλάρωσης και μάλιστα ανακοίνωσε ομοβροντία νέων μέτρων τόνωσης της οικονομίας, κυρίως αύξηση των μηνιαίων αγορών ομολόγων, περαιτέρω μείωση των επιτοκίων καταθέσεων, αγορές και ιδιωτικών ομολόγων. Από μια άποψη πρόκειται για έμμεση παραδοχή της ΕΚΤ ότι το πρόγραμμα δεν έχει αποδώσει τα αναμενόμενα. Παράλληλα αναλυτές, οικονομολόγοι και επενδυτές αμφισβητούν όλο και πιο έντονα κατά πόσον έχουν οι κεντρικές τράπεζες τη δύναμη ή τη βούληση να ανακόψουν την προβλεφθείσα, από οργανισμούς όπως το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ, σημαντική επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας ή τουλάχιστον να μετριάσουν σε μεγάλο βαθμό τις αρνητικές της επιπτώσεις.

Ειδικά όσον αφορά στην ΕΚΤ πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι καλεί εδώ και μήνες τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, ειδικά τη Γερμανία, να υποστηρίξουν τις προσπάθειες της κεντρικής τράπεζας, αυξάνοντας τις δημόσιες επενδύσεις τους ώστε η συνδυαστική επίδραση της επεκτατικής νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής να έχει πολύ ισχυρότερα αποτελέσματα. Ωστόσο, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, εμφανίζεται σήμερα τόσο αντίθετος σε οποιαδήποτε ιδέα χαλάρωσης της νομισματικής, πολύ περισσότερο δε της δημοσιονομικής πολιτικής όσο ήταν πάντοτε. «Η δημοσιονομική όπως και η νομισματική πολιτική έχει φτάσει στα όριά της», είχε δηλώσει ο κ. Σόιμπλε κατά τη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών των 20 μεγαλύτερων οικονομιών (G20) στα τέλη Φεβρουαρίου.

Θεωρητικά τα περιθώρια χειρισμών που έχει στη διάθεσή της μια κεντρική τράπεζα είναι εξαιρετικά μεγάλα. Τους τελευταίους μήνες έχει έρθει στο διεθνές προσκήνιο η ιδέα των «ουρανοκατέβατων χρημάτων», περιληπτικά της χορήγησης εφάπαξ χρηματικού ποσού προς τους πολίτες μιας χώρας είτε απευθείας από την κεντρική τράπεζα, είτε μέσω της κυβέρνησης αλλά με τη χρηματοδότηση της κεντρικής τράπεζας.

Πρόκειται για τον πλέον άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο να τονωθεί η ζήτηση σε μια οικονομία που υποφέρει από περιορισμένη ζήτηση, απουσία επενδύσεων, χαμηλή ανάπτυξη και χαμηλό πληθωρισμό. Νομικά και τεχνικά, η ΕΚΤ μπορεί να χορηγήσει ουρανοκατέβατα χρήματα. Το ερώτημα είναι αν η ΕΚΤ έχει εξαντλήσει τα πολιτικά όρια. Πιθανότατα ναι.

QE: Αποτελεσματικό αλλά… ανεπαρκές

Η ΕΚΤ είχε ανακοινώσει ότι θα υιοθετήσει πρόγραμμα αγοράς κρατικών ομολόγων και άλλων περιουσιακών στοιχείων στις 22 Ιανουαρίου του 2015, ενώ άρχισε τις αγορές στις 9 Μαρτίου. Ρητός στόχος των κεντρικών τραπεζιτών ήταν (και είναι) να αυξήσουν πρωτίστως τον πληθωρισμό και δευτερευόντως την ανάπτυξη μέσω της (προσωρινής) αύξησης της κυκλοφορίας του χρήματος και της μείωσης του κόστους χρηματοδότησης για κράτη, αλλά και για τον ιδιωτικό τομέα. Η μαζική αγορά κρατικών ομολόγων αύξησε τη ζήτηση, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές τους και να μειωθούν οι αποδόσεις τους. Το ζητούμενο ήταν η πτώση των αποδόσεων να αναγκάσει τις τράπεζες να εγκαταλείψουν τα ομόλογα και να αυξήσουν τον δανεισμό προς τον ιδιωτικό τομέα, ελπίζοντας ότι αυτό θα μετατραπεί σε αυξημένες επενδύσεις και παραγωγή, απασχόληση και τελικά σε αυξημένη κατανάλωση, δηλαδή σε ενίσχυση της ανάπτυξης. Αρρητος στόχος της ΕΚΤ ήταν να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη μέσω της εξασθένησης του ευρώ, δεδομένου ότι θα αυξηθεί η τιμή εισαγόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και παράλληλα θα αυξηθούν οι εξαγωγές της Ευρωζώνης, αφού τα προϊόντα της θα είναι φθηνότερα και άρα ανταγωνιστικότερα και ελκυστικότερα. Είναι λάθος να προσπαθήσει κανείς να αποτιμήσει κατά πόσον πέτυχε ή απέτυχε η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης εξετάζοντάς την μεμονωμένα, σαν η οικονομία της Ευρωζώνης να μην επηρεάζεται από άλλους παράγοντες όπως η επιβράδυνση της Κίνας και των υπολοίπων αναδυόμενων αγορών. Ή χωρίς να εξετάσει ποια θα ήταν η κατάσταση της οικονομίας αν δεν υπήρχε η ποσοτική χαλάρωση.

Προ ημερών ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Βίτορ Κονστάνσιο υπερασπίστηκε την πολιτική της κεντρικής τράπεζας μέσω άρθρου γνώμης υποστηρίζοντας ότι, δεδομένης της απροθυμίας ή αδυναμίας των κυβερνήσεων να ακολουθήσουν επεκτατική δημοσιονομική πολιτική και του γεγονότος ότι χρειάζονται να περάσουν χρόνια μέχρι να αποδώσουν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, το μόνο διαθέσιμο «όπλο» είναι η νομισματική πολιτική. Εξελίξεις όπως η πτώση των τιμών του πετρελαίου και η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας δεν καθιστούν την «πολιτική μας λιγότερο αποτελεσματική, μόνο αναδρομικά (κρίνεται ως) ανεπαρκής (για την επίτευξη) του επιθυμητού αποτελέσματος», υποστήριξε ο κ. Κονστάνσιο. Η κριτική που δέχεται η ΕΚΤ επικεντρώνεται δικαίως στο επίπεδο του πληθωρισμού, ο οποίος εξακολουθεί να απέχει έτη φωτός από τον στόχο του 2%. Ο ονομαστικός πληθωρισμός είχε υποχωρήσει κάτω από το 2% στις αρχές του 2013, κάτω από το 1% προς τα τέλη του ίδιου έτους και κάτω από το 0% στα τέλη του 2014. Εκτοτε η ΕΚΤ κατάφερε να τον επαναφέρει πάνω από το 0% στις αρχές του 2015, αλλά όχι να τον αυξήσει πάνω από το επίπεδο του 0,3%. Ωστόσο, ο κ. Κονστάνσιο ανταπαντά ότι χωρίς την ποσοτική χαλάρωση ο πληθωρισμός «θα είχε διαμορφωθεί το 2015 στο -0,75% και θα παρέμενε σημαντικά αρνητικός στη διάρκεια του 2016, πράγμα που σημαίνει ότι θα βρισκόμασταν σε μόνιμο αποπληθωρισμό από πέρυσι». Οσον αφορά την πραγματική ανάπτυξη της Ευρωζώνης, η Κομισιόν εκτιμά ότι θα διαμορφωθεί το 2015 στο 1,4%, ποσοστό που είναι εντυπωσιακό μόνον αν συγκριθεί με τις επιδόσεις τα προηγούμενα χρόνια (0,9% το 2014, -0,3% το 2013, -0,9% το 2012). Ο αντίλογος της ΕΚΤ είναι πως «τα δύο τρίτα της καταγεγραμμένης ανάπτυξης τα δύο προηγούμενα χρόνια οφείλεται στη νομισματική μας πολιτική» (κάτι που καμία κυβέρνηση δεν έχει αναγνωρίσει). Ο τομέας όπου είναι αδιαμφισβήτητη η επιτυχία του QE είναι η σημαντική μείωση του κόστους δανεισμού για κράτη, πρωτίστως της περιφέρειας αλλά και γενικότερα επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Οσον αφορά τον ρυθμό αύξησης της χορήγησης δανείων προς τον ιδιωτικό τομέα, η ΕΚΤ φαίνεται ότι κατάφερε απλώς να μετατρέψει την πιστωτική συρρίκνωση των προηγούμενων χρόνων σε μικρή επέκταση, αποτέλεσμα θετικό αλλά ανεπαρκές. Για να κρίνει κανείς την επίπτωση της ποσοτικής χαλάρωσης στο ευρώ θα πρέπει να ανατρέξει στον Μάιο του 2014, οπότε η ισοτιμία διαμορφωνόταν στο 1,39 έναντι του δολαρίου.

Σε εκείνη τη συνεδρίαση της ΕΚΤ, ο κ. Ντράγκι είχε δηλώσει σαφώς ότι θα προχωρήσει σε χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής. Εκτοτε το ευρώ υποχώρησε έναντι του δολαρίου στο 1,05 στις 13 Μαρτίου του 2015 και συνέχισε να κυμαίνεται γύρω από το 1,10 (το ανώτατο μέχρι 1,13) μέχρι και σήμερα. Τέλος, ενώ αρχικά το QE είχε ενισχύσει σημαντικά τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια το 2015, o Stoxx Europe 600 είχε ενισχυθεί κατά 23% μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 15ης Απριλίου 2015, στη συνέχεια άρχισε να υποχωρεί και στη διάρκεια των τελευταίων 52 εβδομάδων έχει χάσει το 15,73% της αξίας του.

Τα όρια νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ

Εν μέσω γενικευμένης απαισιοδοξίας για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και την αποτελεσματικότητα της ασκούμενης νομισματικής πολιτικής, μια παλιά θεωρία έχει κάνει την επανεμφάνισή της τα τελευταία χρόνια, ενώ τους τελευταίους μήνες έχει υιοθετηθεί από πολλούς οικονομολόγους. Οι υποστηρικτές της θεωρίας των «ουρανοκατέβατων χρημάτων» (helicopter money) την θεωρούν το υπέρτατο όπλο στη διάθεση μιας κυβέρνησης ή μιας κεντρικής τράπεζας, στην προσπάθεια να ενισχύσει τη ζήτηση και μέσω αυτής την παραγωγή, τον πληθωρισμό και τελικά την ανάπτυξη. Οι πολέμιοι της θεωρίας την παρουσιάζουν περίπου ως πράξη εσχάτης προδοσίας, η οποία θα οδηγήσει στην απαξίωση του χρήματος και σε γενικευμένη κατάρρευση της εμπιστοσύνης μέσω της υπερβολικής χρήσης.

Η θεωρία είναι απλή στη σύλληψή της, η εφαρμογή της είναι πιο περίπλοκη, αλλά εφικτή αν υπάρχει πολιτική βούληση. Το 1969, ο Αμερικανός οικονομολόγος Μίλτον Φρίντμαν είχε αναφέρει (στην εργασία του «The Optimum Quantity of Money»): «Ας υποθέσουμε ότι μια ημέρα πετάει ένα ελικόπτερο πάνω από αυτή την κοινότητα και ρίχνει από τον ουρανό επιπλέον χίλια δολάρια σε χαρτονομίσματα, τα οποία, φυσικά, συλλέγουν βιαστικά τα μέλη της κοινότητας. Ας υποθέσουμε ακόμη ότι όλοι είναι πεπεισμένοι πως πρόκειται για μοναδικό γεγονός που δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθεί».

Η ιδέα είναι πως, όταν μια οικονομία υποφέρει από έλλειψη ζήτησης, πολύ χαμηλό ή αρνητικό πληθωρισμό, χαμηλή παραγωγή και τελικά χαμηλή ανάπτυξη, ο πιο απλός τρόπος ώστε να αυξήσει κανείς τη ζήτηση είναι απλώς να δώσει χρήματα απευθείας στους πολίτες. Αυτό μπορεί να γίνει είτε απευθείας, από την κεντρική τράπεζα πιστώνοντας τον λογαριασμό κάθε πολίτη, είτε μέσω της χορήγησης φοροαπαλλαγών από την κυβέρνηση, αλλά φοροαπαλλαγών που θα χρηματοδοτούνται από νέο χρήμα που θα κόψει η κεντρική τράπεζα και το οποίο θα δεσμευθεί ότι ποτέ δεν θα το ζητήσει πίσω. Στην περίπτωση της Ευρωζώνης, όπου απαγορεύεται η χρηματοδότηση των κρατικών προϋπολογισμών από την ΕΚΤ, απομένει η λύση της απευθείας πίστωσης λογαριασμών από την ΕΚΤ.

Η θεωρία ποτέ δεν έχει εφαρμοστεί στην πράξη (παρά μόνο σε πολύ περιορισμένη κλίμακα στα μέσα του 2008, οπότε η αμερικανική κυβέρνηση είχε χορηγήσει για τρεις μήνες απευθείας χρήματα σε φτωχούς πολίτες). Οι υποστηρικτές της ισχυρίζονται ότι το μέτρο των «ουρανοκατέβατων χρημάτων» θα έχει ως άμεση συνέπεια την τόνωση της ζήτησης και του πληθωρισμού. Το κλειδί στην όλη θεωρία είναι οι πάντες να θεωρήσουν τα «ουρανοκατέβατα χρήματα» ως μοναδικό γεγονός. Δηλαδή να πειστούν ότι δεν θα επαναληφθεί ποτέ στο (προβλεπόμενο) μέλλον και ότι η κυβέρνηση ή η κεντρική τράπεζα δεν θα προσπαθήσουν να αντισταθμίσουν το κόστος μέσω της μελλοντικής αύξησης της φορολογίας ή του περιορισμού της ποσότητας του χρήματος που κυκλοφορεί στην οικονομία. Αν όντως πειστούν οι καταναλωτές για τη μοναδικότητα του γεγονότος, τότε θα αντιμετωπίσουν τα «ουρανοκατέβατα χρήματα» ως πραγματικό περιουσιακό στοιχείο, θα παραβλέψουν το γεγονός ότι δεν αυξάνεται το μελλοντικό τους εισόδημα και τελικά δεν θα μπουν στον πειρασμό να τα αποταμιεύσουν, αλλά θα τα ξοδέψουν. Οι πολέμιοι της θεωρίας υποστηρίζουν ότι αυτό ποτέ δεν θα συμβεί, ακριβώς διότι οι πολίτες θα ανησυχούν ότι σύντομα τα χρήματα αυτά θα τους ζητηθούν πίσω με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Ωστόσο, παραβλέπουν το γεγονός ότι με τόσο υψηλή ανεργία στην Ευρωζώνη και με τόσους πολίτες να ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας (το 23,5% του πληθυσμού το 2014, σύμφωνα με την Eurostat) είναι πολύ λογικό η πλειοψηφία των πολιτών να χρησιμοποιούσε τα «ουρανοκατέβατα χρήματα» για να καλύψει βασικές της ανάγκες. Το κλειδί και η βασική πτυχή που προκαλεί αντιπαράθεση είναι αν τα «ουρανοκατέβατα χρήματα» θα χρησιμοποιηθούν μία φορά ή αν οι κυβερνήσεις θα μπουν στον πειρασμό να κάνουν κατάχρηση του μέτρου με καταστροφικό αποτέλεσμα.

Απαντώντας σε ερώτηση την περασμένη εβδομάδα, ο κ. Ντράγκι είχε δηλώσει ότι «δεν έχουμε ποτέ σκεφτεί ή μιλήσει για “ουρανοκατέβατα χρήματα”, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα που συζητείται μεταξύ πανεπιστημιακών και σε άλλα περιβάλλοντα, αλλά δεν έχουμε ποτέ μελετήσει την ιδέα. Εκ πρώτης όψεως περιλαμβάνει περιπλοκές, λογιστικής και νομικής φύσεως». Πιθανότατα τα όρια της νομισματικής πολιτικής βρίσκονται για την ΕΚΤ στην ιδέα των «ουρανοκατέβατων χρημάτων». Εξίσου πιθανό είναι ότι η ΕΚΤ δεν θα περάσει ποτέ αυτό το όριο, αν αναλογιστεί κανείς ότι χρειάστηκε έξι χρόνια μέχρι να υπερβεί την αντίθεση της Γερμανίας στην ποσοτική χαλάρωση. Από την άλλη πλευρά, πολλά από τα πράγματα που θεωρούνται σήμερα δεδομένα φάνταζαν πριν από όχι τόσο πολλά χρόνια ως ανέφικτα.

Εάν χρειαστεί, η ΕΚΤ θα τυπώσει και χρήμα, προειδοποιούν κορυφαία στελέχη της

Προειδοποίηση προς τους Ευρωπαίους ηγέτες ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δεν μπορεί από μόνη της να πετύχει την ανάκαμψη της οικονομίας και ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να ενισχύσουν τη ζήτηση και τις δημόσιες επενδύσεις, αλλά και να χαμηλώσουν τη φορολογία και να εφαρμόσουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, απηύθυνε ο πρόεδρός της Μάριο Ντράγκι κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής την περασμένη Πέμπτη. Παράλληλα, ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Πέτερ Πρατ, δήλωνε ότι αν παρατηρηθεί επιδείνωση της οικονομίας, τότε η ΕΚΤ μπορεί να μειώσει και άλλο τα επιτόκια δανεισμού και σε εξαιρετική περίπτωση να καταφύγει στη λύση των «ουρανοκατέβατων» χρημάτων. Κανείς μπαίνει στον πειρασμό να υποθέσει πως η ΕΚΤ απειλεί τις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης ότι θα αρχίσει να μοιράζει χρήματα απευθείας στους πολίτες ώστε να τις αναγκάσει να αναλάβουν τις ευθύνες τους όσον αφορά στη δημοσιονομική πολιτική.

«Κατέστησα σαφές ότι αν και η νομισματική πολιτική ήταν η μόνη που υποστήριξε την ανάκαμψη τα τελευταία χρόνια, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει ορισμένες βασικές διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας της Ευρωζώνης», δήλωσε ο κ. Ντράγκι το βράδυ της Πέμπτης. Ο πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας προχώρησε ακόμη περισσότερο πιέζοντας ουσιαστικά τη Γερμανία στο ζήτημα τόσο των δημοσίων επενδύσεων όσο και της ολοκλήρωσης της τραπεζικής ένωσης μέσω της υιοθέτησης προγράμματος εγγύησης των καταθέσεων όπως ήταν το αρχικό σχέδιο. Κατά τον κ. Ντράγκι, για να αντιμετωπιστούν οι δομικές αδυναμίες της Ευρωζώνης «χρειάζονται διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, κυρίως με την πρόθεση να αυξήσουν το επίπεδο της ζήτησης, δημόσιες επενδύσεις και χαμηλότερη φορολογία. Ακόμη σημαντικότερο, πρέπει να υπάρχει σαφήνεια όσον αφορά στο μέλλον της νομισματικής μας ένωσης», είπε ο κ. Ντράγκι. Οταν αργότερα το βράδυ της Πέμπτης η πορτογαλική κυβέρνηση ζήτησε να συζητηθεί το θέμα της τραπεζικής ένωσης στην επόμενη Σύνοδο Κορυφής τον Ιούνιο και να υπάρξει σαφής σχετική δέσμευση στα συμπεράσματα της προχθεσινής συνόδου, η Γερμανίδα καγκελάριος απάντησε, σύμφωνα με το Bloomberg, ότι δεν είναι αναγκαίο να υπάρξει τόσο σαφής δέσμευση στα συμπεράσματα της Συνόδου Κορυφής. Είναι γνωστό ότι το Βερολίνο αντιτίθεται σφόδρα σε κάθε προσπάθεια να υπάρξει από κοινού εγγύηση, είτε πρόκειται για την έκδοση ομολόγων (ευρωομόλογα) είτε ακόμη και για αυτονόητες (στο πλαίσιο μιας οικονομικής και νομισματικής ένωσης) ρυθμίσεις όπως η εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο πίεσης που ασκεί η ΕΚΤ προς τις κυβερνήσεις, είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσες οι δηλώσεις του κ. Πέτερ Πρατ, επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, σχετικά με τα περιθώρια της νομισματικής πολιτικής. Σε συνέντευξή του στην ιταλική εφημερίδα La Repubblica, ο κ. Πρατ διευκρίνισε πως αν επιδεινωθεί και άλλο η οικονομία της Ευρωζώνης, τότε η ΕΚΤ μπορεί να μειώσει ακόμη περισσότερο τα επιτόκια καταθέσεων για τις τράπεζες από το -0,4% που το είχε μειώσει στις 10 Μαρτίου. Σε εξαιρετική περίπτωση, η ΕΚΤ θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο να τυπώσει νέο χρήμα και να το μοιράσει απευθείας στους πολίτες, είπε ο κ. Πρατ.

«Αν επιδεινωθούν οι προοπτικές για την οικονομία εξαιτίας αρνητικών σοκ ή αν οι συνθήκες χρηματοδότησης δεν προσαρμοστούν στον βαθμό και στην κατεύθυνση που είναι αναγκαίος ώστε να ενισχυθεί η οικονομία και ο πληθωρισμός, εξακολουθούμε να έχουμε στο οπλοστάσιό μας τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού». Στις 10 Μαρτίου oι αγορές είχαν αντιδράσει αρνητικά όταν είχε δηλώσει ο κ. Ντράγκι ότι η ΕΚΤ έχει εξαντλήσει το περιθώριο για μείωση των επιτοκίων καταθέσεων για τις τράπεζες. Βεβαίως, η επόμενη φράση που είχε πει ο κ. Ντράγκι ήταν ότι «φυσικά, νέα στοιχεία μπορεί να αλλάξουν την κατάσταση και τις προοπτικές», κάτι που είχαν αγνοήσει οι αγορές.

Ερωτηθείς εάν η ΕΚΤ μπορεί να τυπώσει χρήμα και να το μοιράσει απευθείας στους πολίτες της Ευρωζώνης, ο κ. Πρατ τόνισε στη La Repubblica ότι «ναι, όλες οι κεντρικές τράπεζες μπορούν να το κάνουν. Μπορείς να τυπώσεις χρήμα και να το μοιράσεις στον κόσμο. Αυτά είναι τα ουρανοκατέβατα χρήματα (helicopter money)», απάντησε.