ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το χρέος της Κίνας θα αυξηθεί και άλλο

Το χρέος της Κίνας θα αυξηθεί και άλλο

Τα βάρη από το συνολικό χρέος της Κίνας θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο. Ο συνολικός δανεισμός της χώρας, δηλαδή του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, έχει καταγράψει υψηλούς ρυθμούς τα τελευταία χρόνια, φθάνοντας πέρυσι το 250% του ΑΕΠ. Οι φόβοι για μια αδυναμία αποπληρωμής όλων αυτών των χρεών έχουν ενταθεί όσο η Κίνα προσγειώνεται σε χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης σε σχέση με τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ωστόσο, οι πιέσεις που ασκούνται για την εκπλήρωση εξωπραγματικών στόχων σε ό,τι αφορά τη διατήρηση της ανάπτυξης σε υψηλά επίπεδα θα καθυστερήσει κάθε βιώσιμη απόπειρα για τη μείωση του χρέους.

Αυτό το δίλημμα είναι προφανές από το πενταετές σχέδιο ανάπτυξης που παρουσίασε πρόσφατα η κυβέρνηση της Κίνας. Ο πρωθυπουργός, Λι Κετσιάνγκ, δεσμεύτηκε πως η δεύτερη ισχυρότερη οικονομία του κόσμου θα παρουσιάσει ρυθμούς ανάπτυξης της τάξεως του 6,5%, σε πραγματικούς όρους, κάθε χρόνο έως το 2020. Παράλληλα, οι σχεδιαστές της οικονομίας αναμένουν πως η «κοινωνική χρηματοδότηση», έτσι όπως χαρακτηρίζεται η πίστωση στον ιδιωτικό τομέα, θα επεκταθεί κατά 16% μόνο κατά τη διάρκεια του 2016. Οπότε, ακόμη και εάν ο πληθωρισμός φθάσει τον αισιόδοξο στόχο του 3%, το χρέος θα ξεπεράσει τα επίπεδα του ονομαστικού ΑΕΠ. Εάν οι τάσεις αυτές που προβλέπονται για την κινεζική οικονομία παραταθούν έως το 2020, μέχρι τότε το χρέος της χώρας θα έχει φθάσει το 290% του ΑΕΠ.

Ο κεντρικός τραπεζίτης, Ζου Χιαουτσουάν, εξέφρασε τις ανησυχίες του για την αύξηση του εταιρικού χρέους, όμως οι ενδείξεις για τη συγκράτησή του εάν όχι τη μείωσή του είναι ισχνές. Κατά τη διάρκεια του πρώτου διμήνου του 2016, οι τράπεζες έδωσαν το πράσινο φως σε νέα δάνεια 3,5 τρισ. γουάν, τα οποία είναι κατά το ένα τρίτο υψηλότερα από την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Παράλληλα, οι κινεζικές εταιρείες χρησιμοποιούν δάνεια που αποκτούν στη χώρα για να χρηματοδοτήσουν εξαγορές και συγχωνεύσεις που υπολογίζονται, φέτος, στα 100 δισ. δολάρια, σύμφωνα με την ThomsonOne. Μια υγιέστερη χρηματιστηριακή αγορά θα μπορούσε να επιτρέψει την απομόχλευση των κινεζικών εταιρειών, διότι οι επιχειρηματίες θα είχαν την επιλογή να αντλήσουν κεφάλαια από τους επενδυτές. Ωστόσο, οι απότομες διακυμάνσεις που είχαν ήδη γίνει αισθητές από το περυσινό έτος και ο πανικός που επικράτησε το πρώτο δίμηνο του τρέχοντος έτους έχει κάνει τους επενδυτές εξαιρετικά επιφυλακτικούς, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από μεγάλη αποστροφή ρίσκου.

Είναι, μάλιστα, αρκετά πιθανό να αναλάβει ακόμη περισσότερα βάρη η κινεζική κυβέρνηση. Ο δανεισμός στον επίσημο τομέα κυμαινόταν, πέρυσι, στο 44% του ΑΕΠ, σύμφωνα με υπολογισμούς του Breakingviews που στηρίχθηκαν σε στοιχεία της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών. Αυτό το ποσοστό είναι αρκετά χαμηλό συγκριτικά με τα αντίστοιχα δεδομένα που ισχύουν στον ανεπτυγμένο κόσμο. Παρ’ όλα αυτά, σε αυτό το ποσοστό δεν περιλαμβάνεται ο δανεισμός των κρατικών επιχειρήσεων και των τοπικών κυβερνήσεων. Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s προσδιορίζει αυτά τα χρέη στο 50% με 70% του ΑΕΠ της χώρας.

Τα δάνεια των καταναλωτών ανέρχονται στο 39% του ΑΕΠ. Οπότε τα νοικοκυριά έχουν ακόμη μεγάλα περιθώρια για να εκτεθούν σε στεγαστικά δάνεια και να «φορτώσουν» τις πιστωτικές κάρτες τους. Η επέκταση της καταναλωτικής πίστης, ίσως, βοηθήσει την κυβέρνηση να επιτύχει τους στόχους για την ανάπτυξη. Ούτως ή άλλως, το οικονομικό επιτελείο επιδιώκει τη στροφή της χώρας από την απόλυτη εξάρτηση στις εξαγωγές στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης. Ανεξάρτητα, όμως, από το ποιος δανείζεται, τα επίπεδα του συνολικού χρέους της χώρας θα συνεχίζουν να αυξάνονται. Οπως συμβαίνει και στον υπόλοιπο κόσμο, η απομόχλευση, δηλαδή η μείωση της έκθεσης σε δάνεια, θα πρέπει να αναβληθεί και στη δεύτερη ισχυρότερη οικονομία του κόσμου.