ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αναδρομικό φόρο 706 εκατ. ευρώ ζητεί η Γερμανία από τη Citi

Αναδρομικό φόρο 706 εκατ. ευρώ ζητεί  η Γερμανία από τη Citi

Διαστάσεις λαμβάνει στη Γερμανία η υπόθεση αγοραπωλησίας μετοχών λίγο πριν εκπνεύσουν τα δικαιώματα για μέρισμα, καθώς η γερμανική εφορία διερευνά ενδεχόμενη ανάμειξη της αμερικανικής τράπεζας Citigroup.

Εκπρόσωπος Τύπου της Citigroup επιβεβαίωσε χθες ότι οι γερμανικές φορολογικές αρχές ερευνούν κατά πόσον εμπλέκεται η τράπεζα στην αμφιλεγόμενη πρακτική, ωστόσο αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή της τράπεζας στην υπόθεση. Η ύπαρξη κενού στη γερμανική νομοθεσία έως το 2012 επέτρεπε την αγορά μιας μετοχής λίγο πριν εκπνεύσει η προθεσμία για λήψη μερίσματος και εν συνεχεία τη διεκδίκηση φοροαπαλλαγής τόσο από τον πωλητή όσο και από τον αγοραστή. Με αυτό τον τρόπο τόσο ο αγοραστής όσο και ο πωλητής διεκδικούσαν φοροαπαλλαγή από το γερμανικό κράτος, παρά το γεγονός ότι μόνον ο ένας από τους δύο είχε λάβει το μέρισμα. Εκπρόσωπος Τύπου της Citigroup στη Φρανκφούρτη δήλωσε χθες ότι η τράπεζα δεν έχει διενεργήσει τέτοιου είδους συναλλαγές. Ωστόσο προσέθεσε ότι η τράπεζα λειτούργησε ως θεματοφύλακας για συναλλαγές πελατών της, αν και το μόνο που έκανε ήταν να τους παραχωρήσει την υποδομή της χωρίς να έχει λάβει γνώση για τις συναλλαγές που σημειώθηκαν. Η γερμανική οικονομική εφημερίδα Handelsblatt δημοσίευσε χθες την είδηση ότι η φορολογική υπηρεσία της Φρανκφούρτης έχει ζητήσει από τη Citigroup να πληρώσει 706 εκατ. ευρώ ως αναδρομικό φόρο, κάτι που αρνήθηκε ο εκπρόσωπος Τύπου της Citigroup. Μέχρι σήμερα μεγάλος αριθμός τραπεζών έχει πληρώσει εκατομμύρια ευρώ αναδρομικό φόρο και δεκάδες εκατομμύρια ευρώ ώστε να έρθει σε συμβιβασμό με τις γερμανικές φορολογικές αρχές. Η Citigroup και οι θυγατρικές της περιλαμβάνονται σε κατάλογο με περίπου 130 τράπεζες που εικάζεται ότι εμπλέκονται σε τέτοιου είδους αγοραπωλησίες μετοχών.

Η εποπτική αρχή των γερμανικών τραπεζών, Bafin, έχει ανακοινώσει ότι ελέγχει τις 1.800 τράπεζες της Γερμανίας, ώστε να διαπιστώσει κατά πόσον απειλούνται με αναδρομική φορολόγηση, εξαιτίας του «κόλπου» με την αγοραπωλησία μετοχών λίγο πριν εκπνεύσουν τα δικαιώματα καταβολής του μερίσματος. «Υπάρχουν ενδείξεις, σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να εμπλέκεται μεγάλος αριθμός τραπεζών, εκτός από τις υποθέσεις που είναι ήδη γνωστές», ανέφερε η επιστολή που είχε στείλει η Bafin στις γερμανικές τράπεζες στα τέλη Φεβρουαρίου. «Εχει αποδειχτεί ότι μπορεί να υπάρξουν επιπτώσεις για τη φερεγγυότητα μιας τράπεζας (από την εμπλοκή στην υπόθεση αγοραπωλησίας μετοχών με στόχο τη διεκδίκηση φοροαπαλλαγών) και να υπονομευτεί η ικανότητά της να επιβιώσει οικονομικά», προειδοποιούσε η γερμανική εποπτική αρχή της τραπεζικής βιομηχανίας. Τον περασμένο Φεβρουάριο η Bafin είχε θέσει τέρμα στη λειτουργία της καναδικής τράπεζας Maple Financial στη Γερμανία, εξαιτίας επαπειλούμενης χρεοκοπίας, λόγω υπερβολικών χρεών που σχετίζονται με τη διερεύνηση φοροδιαφυγής. Τον προηγούμενο Σεπτέμβριο οι γερμανικές αρχές είχαν ερευνήσει τα γραφεία της τράπεζας και τις οικίες στελεχών της, στο πλαίσιο έρευνας για ενδεχόμενη φοροδιαφυγή και ξέπλυμα «μαύρου» χρήματος σε σχέση με αγοραπωλησίες μετοχών με στόχο τη διεκδίκηση φοροαπαλλαγής.