ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μικρές οι επιπτώσεις στην Ε.Ε. από ενδεχόμενη επιβράδυνση της Κίνας

Μικρές οι επιπτώσεις στην Ε.Ε. από ενδεχόμενη επιβράδυνση της Κίνας

Οι οικονομικές επιπτώσεις από μια συρρίκνωση της κινεζικής οικονομίας στην Ευρώπη είναι ελάχιστες σε σχέση με εκείνες που εκτιμάται ότι θα υποστούν οι ΗΠΑ, σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Αντίθετα, η Ευρωζώνη είναι πολύ περισσότερο εκτεθειμένη σε μια επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας, με τη Γερμανία να δέχεται το ισχυρότερο πλήγμα. Αναλυτικότερα, η ευρωτράπεζα υπολογίζει πως μια πτώση του ΑΕΠ κατά 1% στην Κίνα θα επηρεάσει το εμπορικό ισοζύγιο της Ευρωζώνης κατά 0,01%, ενώ στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό τριπλασιάζεται.

Στη μελέτη της η ΕΚΤ τονίζει πως η Ευρωζώνη έχει άμεσους εμπορικούς συνδέσμους με τις ΗΠΑ, ενώ η Κίνα και η Βρετανία λειτουργούν ως ενδιάμεσα στάδια στις εξαγωγές της Ευρωζώνης. Δηλαδή, η εμπορική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη επηρεάζεται περισσότερο από εξελίξεις στην εγχώρια ζήτηση των ΗΠΑ, παρά από την Κίνα ή τη Βρετανία.

Σύμφωνα με τη μελέτη της ΕΚΤ, η Ευρωζώνη βρίσκεται σε πολύ καλύτερη μοίρα από τις ΗΠΑ, δεδομένης της αβεβαιότητας που επικρατεί από την επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης της Κίνας. Μάλιστα, οι εκτιμήσεις του Πεκίνου για ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ της τάξεως του 6,5%, στο πλαίσιο πενταετούς σχεδίου ανάπτυξης, θεωρούνται υπερβολικά αισιόδοξες, με τους αναλυτές της αγοράς να ανησυχούν για μεγαλύτερες επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία. Παρ’ όλα αυτά, η γερμανική οικονομία, η ισχυρότερη της Ευρωζώνης, μπορεί να δεχτεί το μεγαλύτερο πλήγμα από μια υποχώρηση των ρυθμών του ΑΕΠ στις ΗΠΑ, την Κίνα, τη Βρετανία ή τη Ρωσία. Αυτό αποδίδεται, βέβαια, στο ότι η γερμανική οικονομία είναι εδώ και δεκαετίες προσανατολισμένη στις εξαγωγές, με την εγχώρια ζήτηση να συμβάλλει περισσότερο στην ανάπτυξη της χώρας μόνον το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Στη Βρετανία, ειδικότερα, οι περισσότερες εξαγωγές από την Ευρωζώνη επανεισάγονται στη νομισματική ένωση, αντικατοπτρίζοντας το βάθος των εμπορικών σχέσεων Βρετανών και υπόλοιπης Ευρώπης σε μια κρίση περίοδο για τη χώρα. Στις 23 Ιουνίου θα γίνει δημοψήφισμα στη Βρετανία, προκειμένου να αποφασίσουν οι πολίτες της εάν επιθυμούν να παραμείνουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση ή όχι. Είναι ένα ζήτημα που έχει πυροδοτήσει έντονη διαμάχη για το εάν συμφέρει τη χώρα να διατηρήσει το υπάρχον καθεστώς συναλλαγών με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη. Πρόσφατα, η εταιρεία οικονομικών αναλύσεων Economist Intelligence Unit κατέταξε το σενάριο ενός Brexit στους μεγαλύτερους κινδύνους που μπορεί να ανατρέψουν τις ισορροπίες στη διεθνή πολιτική και οικονομική σκηνή.

Στη μελέτη της ΕΚΤ επισημαίνεται πως περίπου το 43% της προστιθέμενης αξίας αγαθών και υπηρεσιών που προέρχεται από την Ευρωζώνη επανεισάγεται εκ νέου στις αγορές των 19 κρατών-μελών για τελική χρήση. Επιπροσθέτως, το 22% εξάγεται σε άλλες οικονομίες του αναπτυγμένου κόσμου, όπου οι ΗΠΑ καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο ποσοστό.

Οπως αναφέρεται στην εισαγωγή της έκθεσης της ΕΚΤ, η παγκοσμιοποίηση έχει οδηγήσει σε ταχεία αύξηση του εμπορίου στην Ευρωζώνη και έχει διευκολύνει τη δημιουργία παγκόσμιων αλυσίδων παραγωγής. Εάν, μάλιστα, ληφθεί υπ’ όψιν ο τελικός προορισμός των εξαγωγών της Ευρωζώνης, τότε η προστιθέμενη αξία που παράγεται στην Ευρωζώνη –συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού που παράγεται και επανεξάγεται από μεγάλους εμπορικούς εταίρους– απορροφάται κατά μεγάλο μέρος από τις οικονομίες του αναπτυγμένου κόσμου, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ.