ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Αγκάθι» για τις ΗΠΑ οι μικρές αυξήσεις μισθών, που συρρίκνωσαν τη μεσαία τάξη

«Αγκάθι» για τις ΗΠΑ οι μικρές αυξήσεις μισθών, που συρρίκνωσαν τη μεσαία τάξη

Τα απογοητευτικά στοιχεία για τη μικρή αύξηση των μισθών στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια έχουν εξελιχθεί σε ακανθώδες ζήτημα, ιδιαίτερα όσο πλησιάζουν οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, που είναι προγραμματισμένες για τον ερχόμενο Νοέμβριο. Συσχετίζονται άμεσα με το βιοτικό επίπεδο της μεσαίας τάξης, που είναι η ραχοκοκαλιά κάθε δυτικής κοινωνίας και συγκεντρώνουν τους περισσότερους ψηφοφόρους. Εν τούτοις, η αμερικανική μεσαία τάξη έχει συρρικνωθεί σήμερα στο 49,9% του πληθυσμού από το 61% που ίσχυε το 1971, σύμφωνα με έρευνα του Pew.

Το EPI

Το Ινστιτούτο Οικονομικής Πολιτικής στις ΗΠΑ (Economic Policy Institute, EPI) αναφέρεται ξεκάθαρα σε στασιμότητα μισθών για την πλειονότητα των Αμερικανών εργαζομένων από τη δεκαετία του ’70. Οι Τζος Μπίβενς και Λόρενς Μισέλ του ΕΡΙ συμπεραίνουν σε πρόσφατη μελέτη με τίτλο «Κατανοώντας την ιστορική απόκλιση ανάμεσα στην παραγωγικότητα και την αμοιβή του Αμερικανού εργαζόμενου» ότι οι εργαζόμενοι στις ΗΠΑ δεν έχουν εισπράξει σχεδόν τίποτε από την αύξηση της παραγωγικότητας που έχει συντελεστεί μέχρι σήμερα, γεγονός που εντείνει την εισοδηματική ανισότητα. Θεωρητικά, η αύξηση της παραγωγικότητας, δηλαδή η συνολική παραγωγή ανά ώρα εργασίας, ενσωματώνει την προοπτική ενίσχυσης του βιοτικού επίπεδου μιας χώρας μέσα στον χρόνο. Οι κ. Μπίβενς και Μισέλ του ΕΡΙ συμπεραίνουν πως, αν και σε βραδύτερους ρυθμούς, υπήρξε αύξηση της παραγωγικότητας στις ΗΠΑ την περίοδο 1973-2014, αλλά μόνο το 15% από την αύξηση της παραγωγικότητας πέρασε σε ενίσχυση των μισθών, συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτικών εισφορών. Από το 1973 έως το 2014, η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 72,2% ή 1,33% ανά έτος. Ομως, οι μισθοί παρέμειναν, σχεδόν, στάσιμοι με άνοδο 0,22% ανά έτος και 9,2% την περίοδο 1973-2014. Ο ανά ώρα μέσος μισθός αναλυτικότερα αυξήθηκε κατά 0,20% ετησίως και κατά 8,7% από το 1973 έως το 2014. Μάλιστα, το μεγαλύτερο μέρος αυτής της αύξησης την τελευταία 41ετία συντελέστηκε την περίοδο 1995-2002.

Το ΕΡΙ συμπεραίνει πως οι ίδιες πολιτικές που οδήγησαν σε αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας ευθύνονται και για την επιβράδυνση των ρυθμών αύξησης παραγωγικότητας. Είναι μια άποψη που συμμερίζεται ο νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτζ, σχολιάζοντας πως «ίσως, θα πρέπει να μιλάμε τώρα πια για το σκανδιναβικό όνειρο και όχι το αμερικανικό». Θεωρεί πως γι’ αυτό ευθύνονται, μεταξύ άλλων, οι φοροαπαλλαγές στα υψηλά εισοδηματικά στρώματα, η φθορά των μέσων μαζικής μεταφοράς, η έλλειψη επαρκούς στήριξης των εργαζομένων και των μακροπρόθεσμα ανέργων μετά την κρίση του 2008, και η απουσία κατάλληλων προγραμμάτων εκπαίδευσης. Περισσότερες από τα 143 εκατ. θέσεις μισθωτής εργασίας βρίσκονταν, πέρυσι, σε κλάδους με μικρή αύξηση μισθών.

H επικεφαλής της Fed, Τζάνετ Γέλεν, δεν κρύβει τον προβληματισμό της, ιδιαίτερα όταν η ανεργία στο 4,9% κυμαίνεται στο χαμηλό οκταετίας. Στις 16 Μαρτίου, μετά τη συνεδρίαση της Fed, τόνισε πως υπάρχει «βελτίωση της απασχόλησης σε όλο το εύρος της οικονομίας και έτσι μου προκαλεί έκπληξη η έλλειψη μιας τόνωσης των μισθών». Συμπλήρωσε ότι «η αύξηση των μισθών είναι απομονωμένη σε συγκεκριμένους κλάδους και επαγγέλματα». Το υπ. Εργασίας είχε ανακοινώσει μείωση του ωρομισθίων κατά 0,1% τον Φεβρουάριο από τον Ιανουάριο, αντανακλώντας πτώση για πρώτη φορά από τον Δεκέμβριο του 2014. Το δωδεκάμηνο που έληξε τον Φεβρουάριο του 2016, οι μισθοί ενισχύθηκαν κατά 2,2%, λιγότερο από το 3,5% προ κρίσης του 2008.