ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αμφίρροπη αναμέτρηση

Αμφίρροπη αναμέτρηση

Η προσοχή στρέφεται στις δημοσκοπήσεις ενόψει του δημοψηφίσματος για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην Ε.Ε. Παράλληλα, οι επενδυτές προσπαθούν να καταλάβουν αν οι πρόσφατες εξελίξεις έχουν στρέψει τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους προς τη μία ή την άλλη επιλογή.

Μεταξύ αυτών των πρόσφατων εξελίξεων συγκαταλέγεται η κατάθεση στη Βουλή του δημάρχου του Λονδίνου Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος υποστηρίζει το στρατόπεδο της εξόδου από την Ενωση, και του υπουργού Οικονομικών Τζορτζ Οσμπορν, ο οποίος υποστηρίζει την παραμονή στην Ε.Ε. Η παραίτηση του υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων Ιαν Ντάνκαν Σμιθ, ο οποίος υποστηρίζει την έξοδο, και οι βομβιστικές επιθέσεις στις Βρυξέλλες είναι επίσης πιθανό να επηρεάσουν την κοινή γνώμη. Η μεταβλητότητα της στερλίνας έναντι του δολαρίου έχει αυξηθεί στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2010 διότι οι επενδυτές προσπαθούν να προστατευτούν από μεγάλες διακυμάνσεις που θα μπορούσαν να πυροδοτηθούν από την ανησυχία για ενδεχόμενη έξοδο. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που είχε διενεργηθεί μεταξύ 18ης και 20ής Μαρτίου, πλέον το «στρατόπεδο της εξόδου» λαμβάνει 43% και προηγείται με δύο ποσοστιαίες μονάδες έναντι του «στρατοπέδου της παραμονής». Το ποσοστό των αναποφάσιστων ανέρχεται στο 16%. Πριν να διενεργηθεί η δημοσκόπηση αυτή ο πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον είχε δηλώσει ότι το αποτέλεσμα θα είναι οριακό και ότι τελικά μπορεί να κριθεί από την προσέλευση των πολιτών στις κάλπες. Η δήλωση του Μπόρις Τζόνσον ότι θα υποστηρίξει την αποχώρηση μπορεί να μην έχει επηρεάσει σημαντικά την κοινή γνώμη, ωστόσο πολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι ο δήμαρχος του Λονδίνου έχει τη δύναμη να επηρεάσει τους ψηφοφόρους αν αρχίσει να δραστηριοποιείται περισσότερο. Την Πέμπτη ο κ. Τζόνσον είχε πει στη Βουλή ότι είναι υπερβολικοί οι φόβοι που σχετίζονται με την έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε., ότι η Βρετανία είναι σε θέση να κλείσει συμφωνία με την Ενωση πολύ γρήγορα μετά την ψήφο για αποχώρηση και ότι το Σίτι του Λονδίνου θα εξακολουθήσει να ευημερεί. Η Τράπεζα της Αγγλίας ενεπλάκη στη δημόσια συζήτηση στη διάρκεια του Μαρτίου λέγοντας ότι εξαιτίας της αβεβαιότητας μπορεί να αναβληθούν αποφάσεις για επενδύσεις και να πληγεί η ανάπτυξη της οικονομίας. Σημαντικοί παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα είναι η απάντηση της Ε.Ε. στις επιθέσεις στις Βρυξέλλες και η επιτυχής εφαρμογή της συμφωνίας με την Τουρκία για τον περιορισμό της ροής μεταναστών.

Αναλυτές της JPMorgan υποστηρίζουν ότι η επιτυχής εφαρμογή αυτών των δύο θα περιορίσει τις πιθανότητες για Brexit.

Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, υπάρχει σχετική ισορροπία δυνάμεων μεταξύ όσων υποστηρίζουν την παραμονή και την αποχώρηση. Ωστόσο οι αναποφάσιστοι κυμαίνονται μεταξύ 16% και 28% στις δημοσκοπήσεις που έχουν διενεργηθεί από τα τέλη Φεβρουαρίου και μετά. Σύμφωνα με τη Citigroup, στο 38% των δημοσκοπήσεων που έχουν διενεργηθεί το 2016 προηγείται το στρατόπεδο της αποχώρησης συγκριτικά με το 16% των δημοσκοπήσεων στο δεύτερο εξάμηνο του 2015. Σύμφωνα με αναλυτές της RBC, τα γραφεία στοιχημάτων αποτελούν καλύτερο δείκτη πρόβλεψης και ότι τις τελευταίες ημέρες οι πιθανότητες να επικρατήσουν όσοι υποστηρίζουν την έξοδο έχουν φτάσει στο αποκορύφωμά τους, κοντά στο 40%. Η UBS Wealth δίνει πιθανότητες για Brexit γύρω στο 30% ενώ η Citigroup την τοποθετεί στο 30% με 40%.

Το δημοψήφισμα είναι πιθανό να προκαλέσει διαρκή πολιτική και οικονομική αβεβαιότητα, ακόμη και αν οι Βρετανοί ψηφίσουν να παραμείνουν στην Ε.Ε., σύμφωνα με αναλυτές της Citigroup. Οι συνάδελφοί τους της Morgan Stanley υποστηρίζουν ότι ακόμη και αν οι Βρετανοί ψηφίσουν «ναι», η πολιτική διαίρεση μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές και ότι αναμένεται να επιβραδυνθεί η ανάπτυξη και η άνοδος του πληθωρισμού με αποτέλεσμα η πρώτη αύξηση επιτοκίων δανεισμού να αναβληθεί για τις αρχές του 2017. Πολλή συζήτηση γίνεται για το τι θα συμβεί αν επικρατήσει το «όχι». Στη χειρότερη περίπτωση η οικονομία θα συρρικνωθεί κατά 3,9% μέχρι το 2030 σε σχέση με το αν η χώρα είχε παραμείνει στην Ενωση, ενώ θα χαθούν επενδύσεις ύψους 21,1 δισ. λιρών, σύμφωνα με την Oxford Economics. Στην καλύτερη περίπτωση οι απώλειες ΑΕΠ θα περιοριστούν στο 0,1%. Η λίρα μπορεί να υποτιμηθεί μεταξύ 10% και 20% σύμφωνα με αναλυτές από την Barclays και την HSBC. Κατά τη Moody’s, μπορεί να υπάρξει επιβράδυνση της οικονομίας, και μεταποιητικές εταιρείες, εταιρείες λιανικής πώλησης και τα αγγλικά πανεπιστήμια μπορεί να υποβαθμιστούν πιστοληπτικά. Οικονομολόγοι της Credit Suisse προειδοποιούν ότι ενδεχόμενη έξοδος της Βρετανίας θα έχει ευρύτατες αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις πέρα από τη Βρετανία και πιθανότατα θα οδηγήσει την Ευρωζώνη σε ύφεση.