ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Καταιγίδα» αλληλοκατηγοριών στο Βέλγιο

«Καταιγίδα» αλληλοκατηγοριών στο Βέλγιο

ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ. Να μην καταστήσει η Δύση, με τις αντιδράσεις της, το Ισλαμικό Κράτος πιο επικίνδυνο απ’ όσο είναι ζητεί με άρθρο-παρέμβαση ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ, Στίβεν Ουόλτ. Ενώ στις Βρυξέλλες συνεχίζονται οι έρευνες για τον εντοπισμό ατόμων που σχετίζονται με τις βομβιστικές επιθέσεις της περασμένης Τρίτης, το ζητούμενο είναι η αποφυγή εσφαλμένων αντιδράσεων.

«Οι τρομοκράτες δεν μπορούν να μας νικήσουν. Μπορούμε μόνο να νικηθούμε μόνοι μας», σημειώνει ο Ουόλτ στην επιθεώρηση «Φόρεϊν Πόλισι». «Το Ισλαμικό Κράτος δεν μπορεί να κατακτήσει την Ευρώπη και να επιβάλει τη δική του περίεργη εκδοχή του Ισλάμ σε 500 εκατομμύρια ανθρώπους. Το περισσότερο που μπορεί να ελπίσει είναι ότι θα παρακινήσει τις ευρωπαϊκές χώρες να απαντήσουν με αυτοκαταστροφικές κινήσεις. Ούτε η Αλ Κάιντα ούτε το Ισλαμικό Κράτος ούτε άλλοι εξτρεμιστές μπορούσαν με άμεσο τρόπο να καταστρέψουν την αμερικανική οικονομία, να υπονομεύσουν τον αμερικανικό στρατό και να κάμψουν το αμερικανικό φρόνημα. Ωστόσο, πέτυχαν κάποιους από τους στόχους τους προκαλώντας μας να εισβάλουμε στο Ιράκ και πείθοντας δύο προέδρους να ρίξουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια στο βαρέλι δίχως πάτο που λέγεται Αφγανιστάν», σημειώνει ο Ουόλτ.

Στο Βέλγιο μαίνεται καταιγίδα αλληλοκατηγοριών για ενδεχόμενες παραλείψεις που μπορεί να οδήγησαν στις επιθέσεις. Απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών την Παρασκευή, ο υπουργός Εσωτερικών Γιαμπόν επέρριψε τις ευθύνες στον ακόλουθο Ασφαλείας της βελγικής πρεσβείας στην Αγκυρα, ο οποίος δεν ενημέρωσε τις Βρυξέλλες για τις τουρκικές υποψίες ότι ο Ιμπραήμ Ελ Μπακραουί ήταν τζιχαντιστής. Χθες, έγινε επίσης γνωστό ότι μία εβδομάδα πριν από τις επιθέσεις, το FBI είχε ενημερώσει τις ολλανδικές αρχές για τους αδελφούς Μπακραουί – για την ακρίβεια, είχε μεταφέρει στις ολλανδικές αρχές την πληροφορία ότι οι αδελφοί καταζητούνταν από τις βελγικές αρχές.

«Το να κατηγορούμε τους πολιτικούς ότι δεν απέτρεψαν όλες τις επιθέσεις (παρά μόνο κάποιες) είναι αντιπαραγωγικό και πιθανώς επικίνδυνο», σημειώνει ο Ουόλτ, «γιατί ωθεί τις ηγεσίες να υπερβάλλουν στην αναζήτηση της απόλυτης ασφάλειας ξοδεύοντας χρόνο και χρήμα που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν αλλού. Ακόμη χειρότερα, ο φόβος μήπως κατηγορηθούν ότι “δεν κάνουν αρκετά” θα ωθήσει κάποιους ηγέτες σε βήματα που μπορεί να κάνουν την κατάσταση χειρότερη –όπως το να βομβαρδίσουν μακρινές χώρες– μόνο και μόνο για να φανούν σκληροί και αποφασισμένοι».

«Συνηθίστε το», σημειώνει ο Ουόλτ. «Η παγκοσμιοποίηση επιτρέπει σε αδύναμους και περιθωριακούς παίκτες να προχωρούν σε μεμονωμένες πράξεις βίας μακριά από τη βάση τους. Στο απόγειο του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, τον 19ο αιώνα, οργισμένοι Κενυάτες, Βιετναμέζοι ή Ινδοί δεν μπορούσαν να πλήξουν εύκολα πολίτες στο Λονδίνο ή στο Παρίσι. Σήμερα, οργισμένοι Τσετσένοι μπορούν να πυροδοτήσουν βόμβα στον υπόγειο της Μόσχας και οργισμένοι μουσουλμάνοι μπορούν να επιτεθούν σε χώρο συναυλιών στο Παρίσι και σε αεροδρόμιο στις Βρυξέλλες. Οι ακροδεξιοί ομόλογοί τους μπορούν να κάνουν το ίδιο στην Οκλαχόμα και στο Οσλο. Η ικανότητα μικρών ομάδων να πραγματοποιούν δραματικές τρομοκρατικές πράξεις σε πολλά μέρη δεν είναι υπαρξιακή απειλή, είναι ένα διακριτό και μόνιμο χαρακτηριστικό του σύγχρονου κόσμου».

Κάθε νέα τρομοκρατική επίθεση φέρνει νέες επιθέσεις «εκ των έσω» στις πολιτικές ελευθερίες, διαδικασία που ο Ουόλτ χαρακτηρίζει μάταια. «Η ασφάλεια 100% είναι αδύνατη, ακόμη και για όσους ζουν σε απολυταρχικές κοινωνίες με αυστηρό έλεγχο. Για αυτόν τον λόγο, εγκαταλείποντας τις παραδοσιακές αξίες μας και τις ελευθερίες μας, δεν θα γίνουμε ουσιαστικά ασφαλέστεροι», υπογραμμίζει, υπενθυμίζοντας ότι τρομοκρατικές επιθέσεις έχουν γίνει σε Ευρώπη, Αμερική, Ρωσία, Κίνα, Σαουδική Αραβία, Τουρκία και πολλές άλλες χώρες.