ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μέρκελ και Ντάισελμπλουμ στέλνουν τον λογαριασμό στη Μέι

Μέρκελ και Ντάισελμπλουμ στέλνουν τον λογαριασμό στη Μέι

Τίποτα δεν θα είναι εύκολο για τη Βρετανία καθ’ οδόν προς την έξοδό της από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Δεν θα διευθετηθούν εύκολα διάφορες σοβαρές εκκρεμότητες, όπως το καθεστώς των Βρετανών στην Ε.Ε. και των Ευρωπαίων στη Βρετανία, ούτε θα υπάρξει προνομιακή μεταχείριση στην πρόσβασή της στα οφέλη της ενιαίας αγοράς, επειδή μέχρι πρότινος ανήκε σε αυτήν (και ανήκει ακόμη μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία).

Και αυτό φαίνεται στην άποψη που διατύπωσε η Γερμανίδα καγκελάριος Αγκελα Μέρκελ απέναντι στη Βρετανή πρωθυπουργού Tερέζα Μέι, όπως την κατέγραψε και εν συνεχεία αποκάλυψε η ειδησεογραφική σελίδα Politico. Με ευγένεια αλλά και σαφήνεια, η κ. Μέρκελ διεμήνυσε στην κ. Μέι ότι δεν θα συναφθεί γρήγορη και ανεπίσημη συμφωνία με το Λονδίνο, ώστε οι Ευρωπαίοι πολίτες στη Βρετανία και οι Βρετανοί στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ενωση να έχουν τη διαβεβαίωση ότι θα συνεχίσουν να ζουν, να εργάζονται και να έχουν προνοιακή κάλυψη και μετά το Brexit. Το θέμα ανησυχεί 1,2 εκατομμύρια Βρετανούς πολίτες που διαβιούν με τις οικογένειές τους σε άλλες χώρες της Ε.Ε., καθώς και τα 3,3 εκατομμύρια Ευρωπαίους και Ευρωπαίες στη Βρετανία. Το σχετικό δημοσίευμα του Πολ Τέιλορ αναφέρει ακόμη ότι η Βρετανή πρωθυπουργός ήθελε να δημιουργήσει θετικό κλίμα μεταξύ Λονδίνου, Βερολίνου και Βρυξελλών, προτού η Βρετανία ζητήσει την ενεργοποίηση του άρθρου 50 της Συνθήκης της Λισσαβώνας, το οποίο και θα σημάνει την επίσημη έναρξη των διαπραγματεύσεων της εξόδου. Την πρωτοβουλία αυτή είχε ενθαρρύνει με διακριτικό τρόπο αξιωματούχος της Κομισιόν, ώστε να βρεθεί μέση οδός με τη Βρετανία και να μην κρατούνται σε συνθήκες ομηρίας εκατομμύρια άνθρωποι – αλλά εις μάτην.

Ούτως ή άλλως, «τα κάστανα από τη φωτιά» –η απολύτως αναγκαία πρόσβαση στην κοινή αγορά για τους Βρετανούς και τις επιχειρήσεις που φιλοξενούν, ξένες και δικές τους– δεν πρόκειται να βγουν ανώδυνα. Ο αρμόδιος διαπραγματευτής της Βρετανίας για την έξοδο Ντέιβιντ Ντέιβις διεμήνυσε πως η κυβέρνηση θα επωμιστεί το οικονομικό κόστος για να διασφαλίσει τη μεγαλύτερη δυνατή πρόσβαση στην ενιαία αγορά μετά το Brexit. Με αυτά κατά νου καθησύχασε τους ανθρώπους των επιχειρήσεων ότι «οι μετά το Brexit έλεγχοι της μετανάστευσης θα επιβληθούν με τέτοιον τρόπο, ώστε να συμβαδίζουν με τα εθνικά και τα οικονομικά συμφέροντα της Βρετανίας».

Απαντώντας σε αυτές τις δηλώσεις από την ίδια γραμμή εκκίνησης με τη Γερμανία, ο Γερούν Ντάισελμπλουμ ανέφερε ότι η Βρετανία θα είχε τη δυνατότητα να συμμετάσχει στην ενιαία αγορά καταβάλλοντας κάποιο τίμημα. Μετά τις δηλώσεις του Βρετανού αξιωματούχου και του επικεφαλής του Eurogroup, η στερλίνα ενισχύθηκε 1% προς το δολάριο. Μετά το δημοψήφισμα του Ιουνίου εμφανίζει τη χειρότερη επίδοση μεταξύ των μεγάλων νομισμάτων. Οι επενδυτές ανησυχούν για την επικείμενη ανώμαλη προσγείωση, δηλαδή τη «σκληρή» έξοδο της Βρετανίας, όπου η πρόσβαση στην ενιαία αγορά πιθανώς να θυσιαστεί υπέρ του ελέγχου της μετανάστευσης. «Δεν θα επιλέξει τι θέλει η Βρετανία να κρατήσει από την Ε.Ε. Ούτε το νέο καθεστώς θα είναι καλύτερο ή με χαμηλότερο αντίτιμο από τις χώρες εντός Ε.Ε. Θα καταρτίσουμε νέες συμφωνίες για την πρόσβασή της, αλλά, εφόσον δεν ανήκει πλήρως στην ενιαία αγορά, θα πρέπει να επωμιστεί πρόσθετο κόστος».