ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα σενάρια στην Ιταλία μετά το «Οχι»

Τα σενάρια στην Ιταλία μετά το «Οχι»

Εξοδος της Βρετανίας από την Ε.Ε., εκλογή Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ, Ιταλία. Για τρίτη φορά μέσα σε έξι μήνες έγινε πραγματικότητα κάποιο σημαντικό πολιτικό ρίσκο.

Απορρίπτοντας τη συνταγματική μεταρρύθμιση Ρέντσι, η Ιταλία έχασε μια πολύ καλή ευκαιρία να μεταρρυθμίσει το πολιτικό της σύστημα και να καταστήσει πιο αποτελεσματική τη δημόσια διοίκησή της. Η υπέρτατη απειλή, δηλαδή ότι η Ιταλία θα μπορούσε τελικά να επιλέξει να εγκαταλείψει το ευρώ, παραμένει μικρή, αν και όχι τελείως αμελητέα. Οι Ιταλοί ψηφοφόροι μπορεί να καταψήφισαν τον μεταρρυθμιστή Ρέντσι, ωστόσο απέρριψαν και τη συνταγματική μεταρρύθμιση. Επέλεξαν δηλαδή να διατηρήσουν σε ισχύ το παρόν σύστημα με το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξουν αλλαγές είτε προς το καλύτερο, μέσω μεταρρυθμίσεων που θα ενίσχυαν την ανάπτυξη είτε προς το χειρότερο, μέσω της εξόδου από το ευρώ. Σε αντίθεση με το Brexit και τον Τραμπ, η ήττα Ρέντσι δεν ήρθε ως έκπληξη, εκτός από το γεγονός ότι η ήττα αποδείχθηκε πολύ πιο ευρεία από το αναμενόμενο.

Παρ’ όλα αυτά είναι πιθανό οι ιταλικές αγορές, οι τράπεζές της και συνολικά η οικονομία να δεχθούν ισχυρές πιέσεις αν οι Ιταλοί πολιτικοί δεν αντιμετωπίσουν γρήγορα την πολιτική κρίση. Η αυξημένη αβεβαιότητα ενισχύει τις πιθανότητα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αποφασίσει στη συνεδρίαση της Πέμπτης την επέκταση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης μετά τον Μάρτιο του 2017.

Αραγε πόσο πρέπει να ανησυχούμε σχετικά με την Ιταλία; Πρώτον, επειδή η ΕΚΤ και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) είναι έτοιμοι να λειτουργήσουν ως δανειστές ύστατης καταφυγής, καμία τραπεζική ή χρηματοπιστωτική κρίση δεν μπορεί να αναγκάσει μια χώρα να εγκαταλείψει το ευρώ παρά τη θέλησή της. Δεύτερον, ακόμη και μια υποθετική άνοδος της απόδοσης των ιταλικών κρατικών ομολόγων κατά 50 μονάδες βάσης δεν θα αποτελούσε πρόβλημα για την Ιταλία. Ο λόγος είναι πως η μέση απόδοση των ομολόγων που έχει ήδη εκδώσει η Ιταλία είναι υψηλότερη από την απόδοση που έχουν σήμερα. Συνεπώς, το κόστος εξυπηρέτησης του ιταλικού χρέους, σήμερα στο 3,8% του ΑΕΠ, θα εξακολουθήσει να μειώνεται μέχρι η μέση απόδοση των ιταλικών ομολόγων να αυξηθεί στο 3% για μεγάλη χρονική περίοδο. Απέχουμε πολύ από αυτό το σημείο. Η πολιτική θέληση για παραμονή στο ευρώ είναι αυτό που έχει σημασία. Τα ριζοσπαστικά ή ακροδεξιά κόμματα, από το Κίνημα των Πέντε Αστέρων μέχρι τη Λέγκα του Βορρά και τους Αδελφούς της Ιταλίας συγκεντρώνουν στις δημοσκοπήσεις λίγο περισσότερο από το 40% των προτιμήσεων. Η προκήρυξη πρόωρων εκλογών στην Ιταλία θα μπορούσε να ανησυχήσει σοβαρά τις αγορές. Μετά την παραίτηση Ρέντσι χθες, το πιθανότερο είναι πως ο Ιταλός πρόεδρος κ. Σέρτζιο Ματαρέλα θα προσπαθήσει να αποφύγει μια μακρά περίοδο πολιτικής αβεβαιότητας ή ακόμη και νέες εκλογές. Ο κ. Ματαρέλα έχει τρεις επιλογές: Να δώσει και πάλι την εντολή σχηματισμού στον Ρέντσι, αν και το εύρος της ήττας που υπέστη αυτός λειτουργεί αποτρεπτικά. Δεύτερη επιλογή είναι να δώσει την εντολή σε άλλο μέλος της Κεντροαριστεράς και με λίγη τύχη η Ιταλία να αποκτήσει νέα κυβέρνηση ακόμη και πριν από τα Χριστούγεννα. Τρίτη επιλογή θα ήταν ο κ. Ματαρέλα να ζητήσει από την Κεντροδεξιά του Μπερλουσκόνι να υποστηρίξει μια υπηρεσιακή κυβέρνηση με σαφή εντολή να συνεχίσει την τρέχουσα δημοσιονομική πολιτική, να αλλάξει τον εκλογικό νόμο και να επιχειρήσει εκ νέου να περάσει τη συνταγματική μεταρρύθμιση. Αν αποτύχουν όλες αυτές οι προσπάθειες, τότε προκύπτει το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών. Μεγάλος κερδισμένος θα μπορούσε να είναι το Κίνημα των Πέντε Αστέρων, ωστόσο είναι εξαιρετικά δύσκολο το κόμμα να κερδίσει απόλυτη αυτοδυναμία στη Βουλή και στη Γερουσία. Πολύ δύσκολη θα ήταν και η διενέργεια δημοψηφίσματος για το ευρώ, δεδομένου πως το ιταλικό σύνταγμα απαγορεύει δημοψηφίσματα για διεθνείς συνθήκες, ενώ και η αναθεώρησή του είναι επίσης εξαιρετικά δύσκολη.

* Ο αρθρογράφος είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.