ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Αν περάσεις καλά, αυτό θα φανεί στο φιλοδώρημα»

«Αν περάσεις καλά, αυτό θα φανεί στο φιλοδώρημα»

Η παρέα ήταν μεγάλη και ζωηρή. Είχαν κλείσει το πριβέ τραπέζι, στην ειδική αίθουσα των εκλεκτών πελατών. Το κρασί έρεε, οι μεζέδες έδιναν κι έπαιρναν και είχαν αρχίσει οι παραγγελιές στη μουσική. «Αδερφέ, πες να βάλει κάνα ελληνικό, πήξαμε με τις ταραντέλες», έλεγαν στον σερβιτόρο τους. Πράγματι, το ραδιόφωνο έπιασε σταθμό με λαϊκά για χάρη των εύθυμων πελατών. «Είσαι φοβερός μάστορας, στην υγειά σου!». Στο όγδοο καραφάκι γκράπας, ζητήθηκε λογαριασμός. Είχε φτάσει τα 500 ευρώ. «Μπορούμε να κόψουμε τιμολόγιο, παρακαλώ;», είπε ο κύριος στην κεφαλή του τραπεζιού. Πλήρωσαν, έφυγαν. Στο τραπέζι είχαν μείνει δύο ευρώ σε εικοσάλεπτα.

«Προφανώς, πλήρωνε η εταιρεία», λέει ο Φ.Σ., ο σερβιτόρος τους. «Πολύ συχνά σε εταιρικά τραπέζια ο κόσμος δεν αφήνει φιλοδώρημα. Δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή πληρώνει άλλος δεν το έχουν στο μυαλό τους». Στο συγκεκριμένο εστιατόριο, η πολιτική είναι ότι τα tips της βραδιάς μοιράζονται σε όλους τους σερβιτόρους. Στα περισσότερα, πάντως, μαγαζιά, κατοχυρώνονται στον εκάστοτε εργαζόμενο, ως ανταμοιβή για τις καλές του υπηρεσίες. «Οταν αισθάνονται ότι τους προσέχεις, θα αφήσουν κάτι περισσότερο. Οταν υπάρξει κάποιο πρόβλημα με την παραγγελία ή έχουν κάποιο παράπονο, μπορεί να φύγουν και έτσι, χωρίς να αφήσουν τίποτα. Αλλά σπάνια».

Στην Ελλάδα, το φιλοδώρημα είναι πολύ συνηθισμένο στον κλάδο της εστίασης και της ψυχαγωγίας, στο ταξί, στο κομμωτήριο, σε κάποια χειρωνακτική εργασία. Μολονότι δεν μας επιβάλλεται κι ενώ γνωρίζουμε ότι οι εργαζόμενοι που μας προσφέρουν την υπηρεσία πληρώνονται κανονικά, θέλουμε να τους ανταμείψουμε για τον κόπο τους, για μια δουλειά που δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε μόνοι μας. Μια υπηρεσία που ενδεχομένως, και ενδόμυχα, θεωρούμε πολυτέλεια. Η κρίση, λένε οι εργαζόμενοι, έχει επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό το «έθιμο» του φιλοδωρήματος, που υπολογίζεται ότι έχει σημειώσει μέχρι και 30% πτώση. Ομως δεν έχει εκλείψει. Εξακολουθούμε να αφήνουμε ένα μικρό ποσοστό του λογαριασμού μας ως πουρμπουάρ, για τον επιπρόσθετο λόγο ότι γνωρίζουμε ότι οι μισθοί έχουν σημειώσει πτώση.

Σήμερα, για παράδειγμα, μια κομμώτρια στα δυτικά προάστια δεν παίρνει πάνω από 650 ευρώ, ενώ μια βοηθός σε κομμωτήριο μπορεί και να μην πληρώνεται καθόλου ή με μόλις 100-200 ευρώ. «Τα tips κυμαίνονται ανάλογα την περιοχή», λέει η Χ.Π., κομμώτρια στα βόρεια προάστια. «Στα βόρεια βγάζεις αρκετά, από 500 έως και 1.000 ευρώ τον μήνα. Αλλού πολύ λιγότερα, ψίχουλα σχεδόν. Αλλά μπορεί να τύχει σε μία ημέρα να βγάλεις από 80 μέχρι 100 ευρώ μόνο από πουρμπουάρ. Ξέρω κοπέλες που έχουν βγάλει παραμονές Χριστουγέννων ή Πρωτοχρονιάς και 600 ευρώ».

Στα κομμωτήρια, όπου το φιλοδώρημα δίνεται χέρι με χέρι (αντί του εστιατορίου όπου αφήνεται διακριτικά στο τραπέζι), δεν λείπουν οι στιγμές αμηχανίας. «Οι κοπέλες που με χτενίζουν είναι πια φίλες ύστερα από τόσα χρόνια», λέει η Λ.Σ. «Δεν μου πάει πολλές φορές να τους βάζω στην τσέπη χρήματα, νιώθω ότι τις υποτιμώ. Συχνά επίσης σκέφτομαι ότι τους δίνω λιγότερα από αυτά που θα περίμεναν ακριβώς λόγω της σχέσης μας».

Οι ίδιες οι εργαζόμενες, πάντως, τονίζουν ότι δεν είναι υποτιμητικό το tip στη δουλειά τους, το υπολογίζουν στον μισθό τους. «Ακόμα και το ένα ευρώ μετράει για μια δουλειά με τόση ορθοστασία, τόσο επίπονη και τόσο κακοπληρωμένη. Από την άλλη, καταλαβαίνω τους ανθρώπους που πρέπει να πληρώσουν ένα σημαντικό ποσό για μια υπηρεσία και μετά πρέπει να κάνουν γύρα στο κατάστημα για να δώσουν κάτι στον καθένα μας».

Στις περισσότερες υπηρεσίες δεν υπάρχει κανόνας, έστω άγραφος, σχετικά με το ύψος του πουρμπουάρ. Στις υπηρεσίες delivery, για παράδειγμα, δεν ξεπερνά τα 1-2 ευρώ, ανεξάρτητα από το κόστος της παραγγελίας.

Θεωρείται, όμως, μεμπτό να μην αφήσεις κάτι για τον εργαζόμενο που «βγήκε από τον δρόμο του» για να σου φέρει το φαγητό σου. Ακόμη και στα εστιατόρια, το 10% επί του συνόλου του λογαριασμού που ισχύει σε χώρες του εξωτερικού δεν τηρείται με αυστηρότητα στην Ελλάδα. Επιπλέον, δεν είναι απαραίτητο ότι οι μεγάλοι λογαριασμοί συνοδεύονται και από μεγάλα πουρμπουάρ.

«Καμιά φορά, όταν κάποιος αισθανθεί ότι πληρώνει περισσότερα για το γεύμα του από όσο αυτό αξίζει, θα κόψει από το φιλοδώρημα», λέει ο Φ.Σ. «Εχει συμβεί σε μεγάλο λογαριασμό να αφήσουν ποσοστό 1% και σε μικρότερο, όπου ο άλλος έχει ευχαριστηθεί, να αφήσουν ποσοστό 30%. Είναι θέμα συνολικής εμπειρίας. Αν πέρασες καλά, θα φανεί στο φιλοδώρημα».

Tip, πουρμπουάρ, μπαξίσι αλλά και… διάκριση

Ολα ξεκίνησαν στα πανδοχεία της Αγγλίας του 17ου αιώνα, όπου οι πελάτες έδιναν ένα ποσό στους σερβιτόρους κατά την είσοδό τους για να εξασφαλίσουν ευνοϊκότερη αντιμετώπιση. «Κάτι για να πιεις», τους έλεγαν. «Pour boire». Τότε το «πουρμπουάρ» δεν έδειχνε ευγνωμοσύνη για τις προσφερόμενες υπηρεσίες, αλλά προλάμβανε τυχόν ατυχίες. Η λέξη tip, από την άλλη, λέγεται ότι προήλθε επίσης από τους θαμώνες των παμπ του 18ου αιώνα και αποτελεί ακρωνύμιο της φράσης to insure promptness, δηλαδή την εξασφάλιση ότι ο σερβιτόρος θα είναι πρόθυμος. Και πάλι έμοιαζε περισσότερο με δωροδοκία παρά οτιδήποτε άλλο. Στα τουρκικά, το φιλοδώρημα ονομάζεται μπαχσίς και ήταν κάποτε υποχρεωτικό από τον νόμο. Από εκεί προέρχεται και το «δικό μας» μπαχτσίσι ή μπαξίσι που περιγράφει την περίπτωση που πληρώνουμε κάτι με δυσαρέσκεια ή υπερτιμημένο. Tip, πουρμπουάρ, φιλοδώρημα, όπως και να το πεις, σήμερα έχει επικρατήσει ως η άτυπη ανταμοιβή για μια υπηρεσία καλώς καμωμένη.

Στις περισσότερες χώρες του κόσμου, το ποσοστό του φιλοδωρήματος, στον κλάδο της εστίασης, είναι 10%. Είναι το ποσοστό που έχει επικρατήσει και για λόγους ευκολίας, αφού απαιτείται από τον καταναλωτή απλώς να μετακινήσει την υποδιαστολή του λογαριασμού μία θέση αριστερά (αν το συνολικό ποσό είναι για παράδειγμα 43 ευρώ, το φιλοδώρημα «πρέπει» να είναι τέσσερα ευρώ). Στις ΗΠΑ, ειδικά, είναι 15% καθώς τα ωρομίσθια είναι πολύ χαμηλά και οι σερβιτόροι βασίζονται στα tips για τα προς το ζην. Στη Σουηδία το σέρβις συμπεριλαμβάνεται στον λογαριασμό, με τους καταναλωτές να αφήνουν στο τραπέζι απλώς το ποσό που αρκεί για να στρογγυλοποιηθεί στην επόμενη κορώνα. Στην Αίγυπτο και στο Ισραήλ το ίδιο, χωρίς να απαγορεύεται να αφήνει ο επισκέπτης ένα μικρό ποσό εάν έχει μείνει ευχαριστημένος. Στη Γαλλία επίσης περιλαμβάνεται το φιλοδώρημα στον συνολικό λογαριασμό και εάν τυχόν θέλουμε να αφήσουμε κάτι έξτρα, θα είναι πολύ μικρό ποσό. Συνήθως επίσης δεν αφήνουμε πουρμπουάρ στο μπαρ. Στην Ταϊλάνδη δεν συνηθίζεται το tip, αλλά λόγω τουρισμού έχουν προσαρμοστεί τα καταστήματα. Στην Ιαπωνία μπορεί να θεωρηθεί μέχρι και προσβολή να αφήσεις περισσότερα χρήματα στο εστιατόριο από αυτά που οφείλεις. Στην Αυστραλία επίσης μπορεί να θεωρηθεί αγένεια να αφήσεις φιλοδώρημα αφού υπονοείς ότι ο εργαζόμενος δεν αμείβεται αρκετά, ενώ στην Κίνα ο επισκέπτης δεν θα χρειαστεί να αφήσει τίποτα παραπάνω από τον λογαριασμό του, αφού ούτως ή άλλως χρεώνεται περισσότερα στις συναλλαγές του.

Στις ΗΠΑ, όπου το tipping μεταφράζεται σε ετήσιο τζίρο που φτάνει τα 50 δισ. δολάρια, τα τελευταία χρόνια εκφράζονται απόψεις που θέλουν την κατάργησή του. Ως κύρια αιτία προβάλλεται το γεγονός ότι το φιλοδώρημα κρατάει «αιχμάλωτους» τους σερβιτόρους στη φτώχεια, ενώ είναι όχημα διακρίσεων.