ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Τρεις πλάνες της εσωτερικής υποτίμησης

Αποψη: Τρεις πλάνες της εσωτερικής υποτίμησης

Aπό την απαρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας έχει καταστεί πρωταρχικός παράγοντας στα συμφραζόμενα της διαχείρισης της ευρωπαϊκής κρίσης στη βάση της λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης. Αυτή η δυναμική έμφαση στην ανταγωνιστικότητα εδράζεται ως επί το πλείστον σε μία στενή αντίληψη της κρίσης ως ενός φαινομένου, που αφορά τον συσχετισμό κόστους και ανταγωνιστικότητας και αυτός με τη σειρά του προκαλείται από αποκλίνουσες εξελίξεις στο κατ’ άτομο εργατικό κόστος εντός της Ευρωζώνης. Η στενόμυαλη αυτή προσέγγιση βασίζεται σε τρεις υποθέσεις, οι οποίες κατέληξαν να είναι τρεις βασικές πλάνες:

Πρώτον, υπάρχει μία άμεση αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των εξελίξεων του εργατικού κόστους μονάδας και της ανταγωνιστικότητας των τιμών μιας χώρας.

Δεύτερον, η ανταγωνιστικότητα των τιμών συνιστά τον καθοριστικό παράγοντα της επίδοσης των εξαγωγών μιας χώρας.

Τρίτον, η ανάπτυξη και η απόδοση της οικονομίας διαμορφώνονται κυρίως από την απόδοση των εξαγωγών μιας χώρας.

Πριν από το ευρώ οι μεταξύ των χωρών διαφορές στην ανταγωνιστικότητα αντιμετωπίζονταν με την υποτίμηση των εθνικών νομισμάτων. Ωστόσο, με το κοινό νόμισμα πλέον οι υποτιμήσεις εξ ορισμού αποκλείονται, περιορίζοντας το εργατικό κόστος στις χώρες με δημοσιονομικό έλλειμμα διά μέσου της μείωσης των μισθών και του «παγώματος». Αυτή η μέθοδος λογίζεται ως η μόνη δυνατή διέξοδος για να υπερσκελισθούν οι μακροοικονομικές ανισορροπίες και να αποκατασταθεί η οικονομική ανάπτυξη στην Ευρωζώνη. Ο στόχος-κλειδί αυτής της στρατηγικής εσωτερικής υποτίμησης είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας τιμών με τη μείωση των σχετικών τιμών σε αγαθά και υπηρεσίες, που παράγονται σε μία χώρα, έναντι των εμπορικών της εταίρων. Ωστόσο, η οικονομική δικαιολόγηση αυτής της στρατηγικής βασίζεται σε τρεις θεμελιώδεις πλάνες.

Η πρώτη πλάνη έχει να κάνει με τη μονόπλευρη εστίαση στο εργατικό κόστος μονάδας ως καθορίζουσα την ανταγωνιστικότητα τιμών, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να αγνοεί δυο σημαντικές πτυχές: το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής μιας εταιρείας δεν καθορίζεται μόνον από τους μισθούς και το εργατικό κόστος μονάδας αλλά και το κόστος κεφαλαίου και, επίσης, ότι δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη ότι η ανταγωνιστικότητα των τιμών δεν καθορίζεται μόνον από την ανταγωνιστικότητα κόστους της εταιρείας αλλά και από τη συμπεριφορά της ως προς τα περιθώρια κέρδους της – λόγου χάριν δεν υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ κόστους και εξελίξεων στις τιμές. Επί του θέματος, ένα καλό παράδειγμα είναι η Ισπανία, η οποία υπό τη συντηρητική κυβέρνηση του Ραχόι συχνά παρουσιάζεται ως κλασικό παράδειγμα του πώς εφαρμόζεται εν τοις πράγμασι η προσέγγιση της εσωτερικής υποτίμησης. Στην πραγματικότητα η Ισπανία όντως κατόρθωσε να αντισταθμίσει όλες τις διαφορές στην αύξηση του ανά μονάδα εργατικού κόστους, που είχε σωρεύσει από το 1999 εν συγκρίσει με τις λοιπές χώρες της Ευρωζώνης. Εντούτοις, παρά ταύτα, η χώρα εξακολουθεί να υστερεί με κριτήριο τις εξελίξεις στις σχετικές τιμές. Ο λόγος έγκειται στο ότι η μείωση στο ανά μονάδα εργατικό κόστος έχει μόνον μερικώς μετακυλισθεί στις τιμές και αντ’ αυτού έχει χρησιμοποιηθεί να αυξήσει τα περιθώρια κέρδους. Η Ελλάδα και η Πορτογαλία έχουν την ίδια δυναμική. Πέραν τούτων, το ανά μονάδα κόστος κεφαλαίου στην Ισπανία εξακολουθούσε να αυξάνεται μέσα στην κρίση.

Η δεύτερη πλάνη έχει να κάνει με το ότι η μονόπλευρη επικέντρωση στην ανταγωνιστικότητα των τιμών καθορίζει την απόδοση των εξαγωγών. Η Γερμανία επέχει τη θέση παραδείγματος στα επιστημονικά εγχειρίδια για τον ευνοϊκό αντίκτυπο που έχει η βελτίωση στην ανταγωνιστικότητα των τιμών επί της απόδοσης των εξαγωγών – μέσω των συγκρατημένων εξελίξεων στους μισθούς και των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας. Ωστόσο η άποψη αυτή αγνοεί πλήρως τη σημασία της ανταγωνιστικότητας, που δεν σχετίζεται με τις τιμές. Αυτό προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη, αφότου η Κομισιόν έχει αναγνωρίσει τη σημασία αυτής της ανταγωνιστικότητας για τις εξαγωγές. Μία σύγκριση τώρα μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας είναι πολύ ενδεικτική στο συγκεκριμένο θέμα. Αμφότερες, έχουν σημειώσει σχεδόν πανομοιότυπη εξέλιξη στην ανταγωνιστικότητα τιμών και στην περίοδο πριν από την κρίση (2000-2008) και στην περίοδο διαρκούσης της κρίσης (2008-2012). Παρ’ όλα αυτά, η απόδοση των εξαγωγών των δύο χωρών αποκλίνει σε μεγάλο βαθμό. Αυτή η διαφοροποίηση μπορεί κυρίως να εξηγηθεί από τη σημασία παραγόντων άλλων από τις τιμές, όπως η δομή της εξαγωγικής βιομηχανίας και η περιπλοκότητα και η ποιότητα των εξαγόμενων αγαθών. Σε μελέτη των Felipe και Kumar φαίνεται πως από το 2000 έως το 2007 η Γερμανία είχε μερίδιο 18% στις παγκόσμιες εξαγωγές των κορυφαίων πιο περίπλοκων προϊόντων έναντι του 3,6% της Γαλλίας.

Η τρίτη πλάνη, τέλος, έχει να κάνει με τη μονόπλευρη εμμονή στη σημασία των εξαγωγών για την απόδοση της οικονομίας. Κάτι τέτοιο παραβλέπει το γεγονός ότι η εγχώρια ζήτηση έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία στο να καθορίσει τη συνολική ζήτηση μιας χώρας για αγαθά και υπηρεσίες. Αυτό δεν αφορά μόνον τη Γερμανία, η οποία κομπάζει πως είναι η πρωταθλήτρια κόσμου στις εξαγωγές, αφορά και μικρότερες οικονομίες όπως η Αυστρία, το Βέλγιο και η Ολλανδία. Αφορά ακόμα περισσότερο μία ιδιαίτερα ενοποιημένη οικονομική αγορά, όπως είναι συνολικά η Ευρωζώνη, όπου χονδρικά οι εξαγωγές της αντιστοιχούν μόνον στο ένα πέμπτο της διεθνούς ζήτησης. Εν κατακλείδι, εάν οι οικονομίες της Ε.Ε. εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την εγχώρια ζήτηση, τότε ο ρόλος των εξαγωγών στην οικονομική ανάπτυξη είναι πολύ μικρός, ώστε να ισοφαρίσει την κάμψη της εγχώριας ζήτησης – αυτό είναι το αποτέλεσμα της συρρίκνωσης του ρόλου των μισθών στην οικονομία.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο www.socialeurope.eu.
* Ερευνητής του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκών Συνδικάτων.
** Επικεφαλής της μονάδας Μισθολογικής και Εργασιακής Πολιτικής του Ιδρύματος Hans Bockler.
*** Ανώτατος ερευνητής του Επιμελητηρίου Εργασίας της Βιέννης.