ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Wall Street και η ενέργεια στο τιμόνι των ΗΠΑ

Η Wall Street και η ενέργεια  στο τιμόνι των ΗΠΑ

Με τους πιο ριψοκίνδυνους παίκτες της Wall Street και τους πιο σκληροπυρηνικούς παράγοντες από τους κλάδους του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και του άνθρακα στελεχώνει το επιτελείο του ο Ντόναλντ Τραμπ, για να αναλάβει τα ηνία των ΗΠΑ από τον Ιανουάριο του 2017.

Τα άτομα που έχει επιλέξει ο κ. Τραμπ αντιπροσωπεύουν το πιο δυναμικό και το πιο σκληρό στοιχείο του αμερικανικού επιχειρείν, πλην όμως πρέπει να προσαρμοστούν στα πολιτικά ήθη της Ουάσιγκτον. Θα μπορέσουν, τουλάχιστον, να αποδεχθούν τους βασικούς κανόνες της πολιτικής και της διπλωματίας; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Αυτό θα αποσαφηνιστεί κατά τους πρώτες μήνες της προεδρίας του κ. Τραμπ.

Επικρατέστερος υποψήφιος για το υπουργείο Οικονομικών είναι ο Στίβεν Μνάτσιν, μεγαλοεπενδυτής σε κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου (hedge funds), πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της Goldman Sachs και παραγωγός πολλών χολιγουντιανών κινηματογραφικών επιτυχιών. Μεταξύ άλλων υπήρξε μέλος της παλαιάς ομάδας διοίκησης στην One West Bank, όπου διαπιστώθηκαν λογιστικές παρατυπίες –έλλειμμα 230 εκατ. δολαρίων– από το υπουργείο Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης. Μόλις ο κ. Μνάτσιν πούλησε την τράπεζα στη CIT Group, άρχισαν να εμφανίζονται ανησυχητικά σημάδια στη γενικότερη λογιστική εικόνα της, όπως αποκάλυψε το Bloomberg.

«Θέλω να εκφράσω την απογοήτευσή μας», δήλωσε η διευθύνουσα σύμβουλος της CIT Group Ελεν Αλεμάνι ενώπιον πλήθους επενδυτών τον Ιούλιο. «Εχουμε μια νέα ομάδα διοίκησης και έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος στην εφαρμογή μέτρων για την ενίσχυση των ελέγχων», πρόσθεσε η ίδια. Τον Μάρτιο ο κ. Μνάτσιν αποσύρθηκε από τη θέση του αντιπροέδρου της CIT Group, λαμβάνοντας αποζημίωση 10,9 εκατ. δολαρίων για λιγότερο από έναν χρόνο εργασίας, λόγω του ότι είχε υπογράψει τριετές συμβόλαιο.

Δεν έχει αποδοθεί απευθείας καμία ευθύνη στον κ. Μνάτσιν, αλλά ο ίδιος είχε λάβει περίπου 380 εκατ. δολάρια από πωλήσεις και μερίσματα στην One West πριν πουληθεί στη CIT Group.

Σημειωτέον ότι η One West ήταν ό,τι απέμεινε από τη χρεοκοπημένη IndyMac στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εξαγοράστηκε από ομάδα επενδυτών, στην οποία συμμετείχε ο κ. Μάντσιν μαζί με τον Τζορτζ Σόρος και τον Τζον Πόλσον. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί το κάνει αυτό», απαντά ο Χάρι Μακλόουβ, κατασκευαστής ουρανοξυστών και πρώην συνεργάτης του κ. Μνάτσιν, όταν τον ρωτούν γιατί ο τελευταίος αποφάσισε να μπει στην πολιτική.

Τη θέση του υπουργού Εξωτερικών θα αναλάβει Ρεξ Τίλερσον, διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil. Ο πρώην κυβερνήτης του Τέξας Ρικ Πέρι πρόκειται να αναλάβει το υπουργείο Ενέργειας και ο Σκοτ Προύιτ, υπέρμαχος της βιομηχανίας σχιστολιθικού πετρελαίου στην Οκλαχόμα, θα αναλάβει την Υπηρεσία Προστασίας του Περιβάλλοντος. Οπως επισημαίνουν η Κάθριν Τρέιγουικ και ο Ντέιβιντ Γουίθ του πρακτορείου Bloomberg, στελέχη από τη βιομηχανία ενέργειας θα βρεθούν σε θέσεις ευθύνης στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση έπειτα από πολύ καιρό, και αναφέρονται στη σημαντική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ το 1911 να διασπάσει τη Standard Oil του Ροκφέλερ.

«Αποτελεί στροφή 180 μοιρών από τη γραμμή της κυβέρνησης Ομπάμα, η οποία διάκειται εχθρικά απέναντι στα ορυκτά καύσιμα», σχολιάζει ο Κρεγκ Πίρονγκ, διευθυντής του Ινστιτούτου Διαχείρισης Ενέργειας Γκουτιέρες στο Πανεπιστήμιο του Χιούστον. «Με έναν εκπρόσωπο της μεγαλύτερης εταιρείας ενέργειας στον κόσμο στο υπουργείο Εξωτερικών, είναι σίγουρο ότι θα έχουν έναν πολύ ισχυρό σύμμαχο κάθε φορά που θα θέλουν να πετύχουν κάποιον από τους στόχους τους».

Πολιτικά άπειροι

O Nτόναλντ Τραμπ το φθινόπωρο κατηγόρησε τη Χίλαρι Κλίντον για «κακές ικανότητες». Σύντομα, όμως, οι Αμερικανοί θα συνειδητοποιήσουν πώς είναι να μη διαθέτει κάποιος πείρα, σχολιάζει ο Τζον Χάργουντ του τηλεοπτικού δικτύου CNBC. Μετά και την επιλογή του Ρεξ Τίλερσον, CEO της Exxon Mobil, για τη θέση του υπουργού Εξωτερικών, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ φαίνεται ότι έχει καταλήξει σε αυτούς που θα αναλάβουν τις έξι ανώτατες θέσεις του επιτελείου του. Πάντως, η ομάδα που επέλεξε διαθέτει τη λιγότερη εμπειρία σε σχέση με κάθε άλλη κυβέρνηση των ΗΠΑ. Ολοι όσοι διορίσθηκαν στις έξι ανώτατες θέσεις των κυβερνήσεων Ομπάμα, Τζορτζ Μπους και υιού Μπους διέθεταν μακρά πολιτική πείρα. Εξαίρεση αποτελούσε ο Μακ Λάρτι, προσωπάρχης στην κυβέρνηση του Μπιλ Κλίντον, που ήταν στέλεχος σε ενεργειακή εταιρεία του Αρκανσο. Επίσης, ο Ντόναλντ Ρέιγκαν ήταν υπουργός Οικονομικών επί Ρόναλντ Ρέιγκαν, αλλά προηγουμένως δεν είχε υπηρετήσει σε κάποια κυβερνητική θέση. Τέλος, οι κ. Ρέιγκαν, Κλίντον και Τζορτζ Μπους ο νεώτερος ήταν κυβερνήτες πολιτειών των ΗΠΑ επί σειράν ετών.