ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: «Δεν στοιχίζει τίποτα, το κράτος πληρώνει»

Αποψη: «Δεν στοιχίζει τίποτα, το κράτος πληρώνει»

Μ​​νημείο ειλικρινούς αφέλειας παραμένει η έκφραση αυτή του απερχόμενου προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας Φρανσουά Ολάντ, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής συνέντευξης. Αποδεικνύει, για άλλη μία φορά, την ιδεολογική ταύτιση με μια σχολή σκέψης οι οπαδοί της οποίας θεωρούν ότι τα ταμεία του κράτους, με έναν μαγικό τρόπο, γεμίζουν ασταμάτητα και ότι οι πολιτικοί διαχειριστές μπορούν να σπαταλούν αυτούς τους πόρους, ικανοποιώντας την εκλογική τους πελατεία.

Μη σεβόμενοι, λοιπόν, τους κανόνες της δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλουν αντικειμενικά οι δύσκολοι καιροί, αυξάνουν ανεξέλεγκτα τις δημόσιες δαπάνες, επικαλούμενοι πάντα τη θολή έννοια της «κοινωνικής ευαισθησίας», έννοια που χαϊδεύει τα αυτιά ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων, αποκρύπτοντας συγχρόνως την αλήθεια.

Και, δυστυχώς, η αλήθεια είναι πικρή. Με χρήματα άλλων, δημιουργήθηκε μια κοινωνία απεριόριστης ανευθυνότητας. Μια κοινωνία κατανάλωσης και όχι παραγωγής, η οποία συντηρείται μέσω της υπέρμετρης φορολόγησης, αντικίνητρο για κάθε προσπάθεια παραγωγής πλούτου και ανάληψης επιχειρηματικών κινδύνων που οδηγούν σε κέρδη αλλά, ενδεχομένως, και σε ζημίες.

Γιατί έτσι λειτουργεί το καπιταλιστικό σύστημα. Θα μπορούσαμε, επιχειρώντας έναν παραλληλισμό, να φανταστούμε τον χριστιανισμό χωρίς την κόλαση;

Στα οικονομικά, η έκφραση «δεν στοιχίζει τίποτα», είναι άνευ σημασίας και ανάγεται στη σφαίρα της οικονομικής φαντασίωσης: σ’ έναν κόσμο που απουσιάζουν τα συμφέροντα, οι συγκρούσεις και οι δύσκολες επιλογές.

Μέχρι σήμερα τέτοιος κόσμος δεν υπάρχει και όσοι θέλησαν να τον φανταστούν, υποσχόμενοι επίγειους παραδείσους, το μόνο που κατάφεραν ήταν να δημιουργήσουν κολάσεις με εκατόμβες θυμάτων.

Το «δεν στοιχίζει τίποτα» στοιχίζει, και ακριβά μάλιστα, τόσο στους φορολογούμενους πολίτες όσο και στις επιχειρήσεις, που μέσω της άμεσης φορολογίας οι μεν και μέσω των υψηλών εργοδοτικών εισφορών οι δε τροφοδοτούν τα δημόσια έσοδα του προϋπολογισμού αλλά και το καταρρέον ασφαλιστικό σύστημα.

Αγαπητοί πολιτικοί είναι πάντα εκείνοι οι οποίοι διακατέχονται από το σύνδρομο του «Αϊ Βασίλη», μοιράζουν δηλαδή παροχές, απλώς για να φανούν αρεστοί και πλήρεις καλών προθέσεων. Η γενναιοδωρία αυτή γίνεται άμεσα αντιληπτή. Ομως, πίσω από αυτήν τη θεάρεστη πράξη κοινωνικής ευαισθησίας κρύβεται μια σειρά από απρόβλεπτες συνέπειες, πολύ λιγότερο ορατές, οι οποίες όμως έχουν τεράστιο κόστος για την οικονομία.

Απλά μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας, που ήδη τον 19ο αιώνα ο Γάλλος οικονομολόγος Frédéric Bastiat σημείωνε με έμφαση ότι: «Καλός οικονομολόγος είναι εκείνος, ο οποίος είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται όχι μόνον αυτό που φαίνεται, αλλά, κυρίως, εκείνο που δεν φαίνεται». Εάν, συνεπώς, η τέχνη της πολιτικής είναι να αποκρύπτει εντέχνως αυτά που δεν φαίνονται, η τέχνη του οικονομολόγου έγκειται στο να τα αποκαλύπτει και να τους προσδίδει τη σημασία που έχουν για το σύνολο της οικονομίας.

Σήμερα, πολλοί αποδίδουν την κρίση στον «ακραίο φιλελευθερισμό», στην «έλλειψη κρατικής παρέμβασης», στην «απουσία ρυθμίσεων». Ξεχνούν, όμως, ότι οι πολιτικοί είναι εκείνοι που εθίστηκαν με «τα χρήματα των άλλων», προπαγανδίζοντας ότι οι επιλογές τους δεν στοιχίζουν τίποτα αφού το κράτος πληρώνει.

Δημιουργώντας, λοιπόν, μια κοινωνία απεριόριστης συλλογικής ανευθυνότητας, όπως αναφέραμε στην αρχή, προετοιμάσαμε την κρίση και την κατάρρευση. Από την ανευθυνότητα στην υπευθυνότητα ο δρόμος είναι μακρύς. Στην πορεία, λοιπόν, αυτή, θα πρέπει να ξαναβρούμε την ατομική μας υπευθυνότητα σε όλα τα επίπεδα: οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό.

Κλείνοντας αυτό το άρθρο, ας δανειστούμε την πάντα επίκαιρη σκέψη του Γάλλου οικονομολόγου Henri Guitton (1904-1992), ο οποίος ανέφερε ότι «Το δωρεάν δεν είναι ποτέ δωρεάν. Πάντα έχει ένα αντάλλαγμα. Με το να επιθυμεί κάποιος να εξαπατήσει την οικονομία, το μόνο που θα καταφέρει είναι να αναπτύξει τη σπατάλη».

* Ο κ. Μηνάς Αναλυτής είναι οικονομολόγος PhD Οικονομική Ανάλυση και Πολιτική Πανεπιστημίου Poitiers Γαλλίας.