ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ακριβές αγορές από Κινέζους τουρίστες

Ακριβές αγορές από Κινέζους τουρίστες

Οι Κινέζοι βρίσκονται στην κορυφή της λίστας των τουριστών με τις μεγαλύτερες δαπάνες στα είδη πολυτελείας και δείχνουν ξεκάθαρη προτίμηση στην Ευρώπη. Αύξηση των δαπανών εντοπίζεται, επίσης, από τους Ρώσους τουρίστες λόγω της σταθεροποίησης του κλίματος στην οικονομία τους, σύμφωνα με έρευνα του ελβετικού τραπεζικού ομίλου UBS. Οι τουρίστες που έχουν αδυναμία στα είδη πολυτελείας στρέφονται, κυρίως, στη Βρετανία για να επωφεληθούν από την πτώση της στερλίνας, αναφέρεται σε έκθεση της UBS. Στη Γαλλία, αντίθετα, οι δαπάνες των τουριστών σε είδη πολυτελείας συρρικνώνονται το τελευταίο 12μηνο. H Ευρώπη παρουσιάζει υψηλότερες τουριστικές δαπάνες σε είδη πολυτελείας συγκριτικά με όλη την Ασία.

Σε παγκόσμια κλίμακα, οι τουριστικές δαπάνες σε είδη πολυτελείας παρουσίασαν μικρή βελτίωση τον Νοέμβριο υποχωρώντας κατά 1% από 2% τον Οκτώβριο, δεδομένου του αρνητικού οικονομικού περιβάλλοντος. Η UBS αναφέρεται σε σημάδια σταθεροποίησης στην Ευρώπη. Ωστόσο, η ενίσχυση του γιεν καθιστά την Ιαπωνία λιγότερο ελκυστική από οικονομικής άποψης. Ενώ η Γαλλία, μια χώρα με τις υψηλότερες δαπάνες τουριστών, παρουσιάζει τις χαμηλότερες επιδόσεις (-19,5%) για τον Νοέμβριο, η Βρετανία κερδίζει έδαφος με μεγάλη άνοδο (43%), τονίζει η UBS στην έκθεσή της.

Οι τάσεις αυτές αντανακλούν πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις, όπως είναι το δημοψήφισμα για το Brexit που έχει οδηγήσει σε πτώση τη στερλίνα έναντι του δολαρίου από τον Ιούνιο μέχρι σήμερα. Πολλές εταιρείες, πάντως, του κλάδου των προϊόντων πολυτελείας έχουν ανακοινώσει πως θα χρειαστεί να αυξήσουν τις τιμές των προϊόντων τους από το 2017 για να αναπληρώσουν την πτώση των εσόδων από την υποχώρηση της στερλίνας. Οπότε οι τουρίστες σπεύδουν να εκμεταλλευτούν τις χαμηλές τιμές.

«Οι δαπάνες από τους Ρώσους κινούνται ανοδικά από τον Αύγουστο έπειτα από την πάροδο μιας τριετίας όπου μειώνονταν σταθερά», τονίζει η UBS. Η επάνοδος των τουριστών από τη Ρωσία αποδίδεται στη σταθεροποίηση του ρουβλίου και τη σταδιακή βελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.