ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η χρηματιστηριακή καχεξία έπληξε τα κέρδη της Morgan Stanley

Εξαιρετικά άσχημο αποδείχθηκε το δεύτερο τρίμηνο για τα αποτελέσματα του αμερικανικού επενδυτικού οίκου MorgaStanley, που παρουσίασε μείωση κερδών κατά 36%. Είναι ο τρίτος μεγάλος οίκος μετά την Bear Stearns Cos. Inc. και την GoldmaSachs Group Inc. που βλέπει τόσο μεγάλη πτώση κερδών, καθώς η κατάσταση της αμερικανικής αλλά και της διεθνούς χρηματιστηριακής αγοράς επηρέασε τα έσοδα από τη διαπραγμάτευση μετοχών, τις προμήθειες και τις αμοιβές για την αναδοχή εκδόσεων μετοχών. Αύξηση κερδών παρουσίασε μόνον η LehmaBrothers, που έχει μεγάλη δραστηριότητα στην αγορά ομολόγων.

Η MorgaStanley, που ελέγχει, επίσης, τις πιστωτικές κάρτες Discover, ανακοίνωσε πτώση κερδών για τρίτο συνεχόμενο τρίμηνο. Ετσι, κατά τη διάρκεια του τριμήνου που έληξε στις 31 Μαΐου, τα καθαρά κέρδη της εταιρείας ανήλθαν στα 930 εκατομμύρια δολάρια, ήτοι 82 σεντς ανά μετοχή, έναντι των 1,26 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ήτοι 1,26 σεντς ανά μετοχή, της αντίστοιχης περυσινής περιόδου. Τα αποτελέσματα αυτά δεν προκάλεσαν την έκπληξη της αγοράς, καθώς οι ανανεωμένες προβλέψεις των αναλυτών κυμαίνονταν ανάμεσα στα 61 με 89 σεντς ανά μετοχή, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας ερευνών ThomsoFinancial/First Call.

Οπως δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος του οίκου, Φίλιπ Πούρσελ, στο πλαίσιο κοινής ανακοίνωσης που πραγματοποίησε με τον πρόεδρό του Μπομπ Σκοτ, «κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου συνεχίζαμε να λειτουργούμε σε ένα δύσκολο περιβάλλον, ιδιαίτερα στο χώρο των μετοχών, όπου η ραγδαία μείωση της δραστηριότητας σε τομείς όπως είναι οι δημόσιες εγγραφές, οι εξαγορές και οι συγχωνεύσεις επηρέασαν την πορεία των αποτελεσμάτων μας». Σε γενική κλίμακα, η συνολική αξία των δημοσίων εγγραφών έχει μειωθεί κατά 59%, βάσει των στοιχείων της εταιρείας συμβούλων ThomsoFinancial/First Call, ενώ η MorgaStanley ανακοίνωσε πτώση κερδών, μόνον στο τομέα αυτό, κατά 29%, φθάνοντας τα 495 εκατ. δολάρια.

Ετσι, ο συνδυασμός κυβερνητικού «παγώματος» και αναβολής επιχειρηματικών αποφάσεων μπορεί να εμποδίσει την ανάληψη κινδύνων, να συγκρατήσει την καταναλωτική ζήτηση και, τελικώς, να επιταχύνει την καταγεγραμμένη ήδη ύφεση των ρυθμών ανάπτυξης της οικονομίας.