ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Οι «επενδύσεις πάθους» υπεραποδίδουν

shutterstock_686626225

Μπορεί ένα βιολί ή ένα μπουκάλι σπάνιο κρασί να ξεπεράσει μακροπρόθεσμα την αξία ενός ομολόγου υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης; Είναι δυνατόν η διακράτηση πολύτιμων λίθων όπως τα διαμάντια να αποδειχθεί ζημιογόνος ανά τις δεκαετίες; Είναι καλύτερη επένδυση ένα κλασικό συλλεκτικό αυτοκίνητο απ’ ό,τι η αγορά έργων τέχνης; Απροσδόκητα ίσως για πολλούς, οι απαντήσεις στις παραπάνω ερωτήσεις είναι όλες θετικές. Αυτό προκύπτει από την εξαιρετική ιστορική έρευνα που έκαναν οι Elroy Dimson, Paul Marsh και Mike Staunton για την Credit Suisse, βασιζόμενοι σε δεδομένα προσεκτικά διασταυρωμένα.

Και αν νομίζετε πως η όλη συζήτηση αφορά μόνον συλλέκτες ή δισεκατομμυριούχους, τότε ενδεχομένως να εκπλαγείτε από το γεγονός πως οι τοποθετήσεις σε τέτοιου είδους περιουσιακά στοιχεία, όπως το εκλεκτό κρασί, τα κλασικά αυτοκίνητα, τα μουσικά όργανα, τα σπάνια βιβλία, τα κοσμήματα, τα γραμματόσημα επενδυτικής ποιότητας και, βέβαια, τα ιδιωτικά πολυτελή ακίνητα, έχουν σχεδόν παρόμοια καθαρή αξία στα χαρτοφυλάκια των ανώτερων εισοδηματικών τάξεων με αυτή των μετοχών ή ομολόγων και μετρητών.

Η σύγκριση

Εκατό δολάρια που τοποθετήθηκαν στο χρηματιστήριο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, και συγκεκριμένα το 1900, αξίζουν σήμερα σε αποπληθωρισμένους όρους 38.700 δολάρια. Μακράν η καλύτερη επενδυτική επίδοση μεταξύ χρηματοοικονομικών και μη περιουσιακών στοιχείων. Αλλά το ίδιο ποσό σε ομόλογα θα απέφερε σήμερα μόλις περί τις 15.000 δολάρια. Η μέση ετήσια αποπληθωρισμένη απόδοση για τις μετοχές μετρήθηκε από τους ειδικούς κοντά στο 5,2% και για τα ομόλογα στο 2%. Αλλά τα εκλεκτά συλλεκτικά κρασιά πέτυχαν απόδοση της τάξης του 3,5% ετησίως και τα κλασικά αυτοκίνητα κοντά στο 4%.

Αυτά την ώρα που η μέση ετήσια απόδοση των διαμαντιών είναι αρνητική ενώ η απόδοση της διακράτησης ασημιού μηδενική! Οι επιστήμονες που ασχολήθηκαν με την ιστορική σύγκριση των παραπάνω μεγεθών σημειώνουν πως οι επιδόσεις αυτές προκύπτουν από δείκτες που δομήθηκαν πάνω σε δεδομένα από έγκυρες πηγές και σε πολλαπλές συναλλαγές. Μάλιστα, η εν λόγω συγκριτική αποτίμηση περιλαμβάνει τόσο τα μερίσματα που μπορεί να προσέφεραν οι μετοχές και τους τόκους των ομολόγων όσο και τα κόστη συναλλαγής αλλά και τη φορολογία επί των υπεραξιών. Αντίστοιχα, στους δείκτες για τα συλλεκτικά περιουσιακά στοιχεία ή «επενδύσεις πάθους», όπως επίσης αποκαλούνται, συνυπολογίστηκαν τα υψηλά κόστη συναλλαγής όπως είναι οι προμήθειες των οίκων δημοπρασιών.

Η όλη άσκηση δεν έγινε ασφαλώς για ιστορικούς μόνον λόγους: οι Ελβετοί τραπεζίτες της Credit Suisse όπως και οι ομόλογοί τους από οίκους όπως η UBS ή Coots καλούνται συχνά να διαχειριστούν ή να προτείνουν εναλλακτικά χαρτοφυλάκια στους λεγόμενους ιδιώτες εξαιρετικά υψηλής καθαρής αξίας (UHNWI: Ultra-High Net Worth Individuals). Επενδυτές που η καθαρή προς επένδυση περιουσία τους, μετά την αφαίρεση τυχόν τραπεζικών υποχρεώσεων, πρώτης κατοικίας και άλλων τυπικών περιουσιακών στοιχείων, υπερβαίνει τα 30 ή τα 50 εκατομμύρια δολάρια. Σύμφωνα με τον οίκο Knight Frank (Wealth Report 2017) που θέτει το κατώφλι της καθαρής επενδύσιμης περιουσίας στα 30 εκατομμύρια δολάρια, οι άνθρωποι αυτοί, τουλάχιστον οι καταγεγραμμένοι επισήμως με βάση τις φορολογικές του δηλώσεις, είναι 193.490.

Σύμφωνα με την Credit Suisse που προσδιορίζει το όριο πάνω από το οποίο κατατάσσει κάποιον ως UHNWI στα 50 εκατομμύρια δολάρια, προσεγγίζουν τις 150.000. Τα συνολικά ποσά που αυτό το πλήθος ελέγχει προσμετρούνται σε τρισεκατομμύρια. Για την ακρίβεια, πάνω από 20 τρισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με συντηρητικούς υπολογισμούς. Και το εντυπωσιακό είναι πως οι επενδύσεις του σε μετοχές, ομόλογα και μετρητά αντιστοιχούν σε κάτι λιγότερο από το 60% του συνολικού καθαρού (μετά χρέους) χαρτοφυλακίου τους. Το υπόλοιπο περίπου 40% είναι τοποθετημένο κυρίως σε ακίνητα και «επενδύσεις πάθους».

Τα «θέλω»

Αν αναλογιστεί κάποιος ότι σπανίως δηλώνονται όλα τα κοσμήματα, πολύτιμοι λίθοι ή μουσικά όργανα –για λόγους ασφαλείας και όχι μόνον–, γίνεται αντιληπτό πως σχεδόν το μισό αυτών των 20 και άνω τρισεκατομμυρίων δεν βρίσκεται σε τυπικά χαρτοφυλάκια χρηματιστηριακών. Στο κάτω κάτω της γραφής όλος αυτός ο πλούτος πρέπει να εξυπηρετήσει τα «θέλω» πολύ απαιτητικών ανθρώπων οι οποίοι, εύλογα ίσως, δεν αποκομίζουν ιδιαίτερη ευχαρίστηση κοιτώντας το ενημερωτικό της επενδυτικής τους τράπεζας σε αντίθεση με την ικανοποίηση που τους παρέχει ένα γκαράζ γεμάτο κλασικά αυτοκίνητα, μια συλλογή με εξαιρετικά κρασιά ή έργων τέχνης.

oi-ependyseis-pathoys-yperapodidoyn0

Οι εκλεκτές σοδειές του Μπορντό, τα βιολιά και τα γραμματόσημα

Σε πείσμα όσων θεωρούν πως το κρασί όταν παλιώνει γίνεται ξίδι, ένα μπουκάλι Chateau Lafite Rothschild του 1787 πωλήθηκε για 156.450 δολάρια το 1985 επειδή θεωρήθηκε ότι ανήκε στον Τόμας Τζέφερσον. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που τα παλαιά μπουκάλια κρασιού ως επένδυση εμφανίζουν το διάστημα 1900-2017 μέση ετήσια απόδοση της τάξης του 3,5%. Ο μακροπρόθεσμος αυτός δείκτης τιμών οίνου συγκροτήθηκε από τους Dimson, Rousseau και Spaenjers το 2015. Τα συστατικά στοιχεία του δείκτη είναι οίνοι Premiers Crus από τους πέντε κορυφαίους παραγωγούς της περιφέρειας Μπορντό στη Γαλλία. Ειδικότερα, πρόκειται για τους οίκους Haut-Brion, Lafite-Rothschild, Latour, Margaux και Mouton-Rothschild.

Οι σοδειές είναι όλες μετά το 1855 και το σύνολο των δεδομένων που συλλέχθηκαν περιλαμβάνει 36.271 τιμές για τυποποιημένα μπουκάλια κρασιού από το 1899 έως το 2012 από δημοπρασίες του οίκου Christie’s και από τον έμπορο εκλεκτών οίνων Berry Bros & Rudd.

Τα τελευταία χρόνια, υπάρχουν περιπτώσεις που κάσες (δώδεκα φιαλών) αυτών των κρασιών πωλούνται έναντι εκατό χιλιάδων λιρών. Η Credit Suisse επεξεργάστηκε αυτά τα δεδομένα, μετατρέποντάς τα σε δολάρια και προσαρμόζοντάς τα στον πληθωρισμό κατέληξε στον συμπέρασμα πως μια τέτοια συλλογή κρασιών του 1900 –που προφανώς διαρκώς θα ανανεωνόταν– έχει πολλαπλασιάσει 65 φορές την αξία της έως σήμερα. Χίλια δολάρια σε κρασιά θα είχαν γίνει εξήντα πέντε χιλιάδες δολάρια. Αντιστοίχως, χίλια δολάρια σε υψηλής αξιολόγησης ομόλογα θα είχαν γίνει μόλις τριάντα χιλιάδες. Αυτός ο πολλαπλασιαστής, το τριάντα, είναι και ο μέσος όρος των αποδόσεων κατά τον τελευταίο αιώνα ενός καλαθιού επενδύσεων, που περιλαμβάνει κρασιά, γραμματόσημα, συλλεκτικά μουσικά όργανα όπως τα βιολιά Στραντιβάριους, έργα τέχνης, σπάνια βιβλία, κοσμήματα, κλασικά αυτοκίνητα, ομόλογα και μετοχές.

Οι μετοχές

Πάνω από τον μέσο όρο βρίσκονται οι μετοχές, τα αυτοκίνητα και τα κρασιά. Χίλια δολάρια στο χρηματιστήριο θα είχαν γίνει 387.000 σήμερα και χίλια δολάρια σε ένα συλλεκτικό αυτοκίνητο το 1900 θα είχαν αυξηθεί σε 242.000. Ολα τα υπόλοιπα υποαποδίδουν. Τα πράγματα αλλάζουν κάπως εάν συμπεριληφθεί στην εικόνα η αξία των ακίνητων διαχρονικά. Εάν δηλαδή η αξία των μετοχών αυξήθηκε κατά 387 φορές, αυτή των ακινήτων αυξήθηκε κατά 454. Μάλιστα, το 454 είναι ο μέσος όρος ακινήτων σε έντεκα διαφορετικές ανεπτυγμένες χώρες. Διότι στην Αυστρία τα ακίνητα τα τελευταία 117 χρόνια (1900-2017) υπολογίζεται πως έχουν ανατιμηθεί σε πραγματικές τιμές, σύμφωνα με την Credit Suisse, κατά 1.297 φορές (2,2% ετησίως) ενώ στις ΗΠΑ κατά 139 φορές (0,3% ετησίως).

Μουσικά όργανα

Τα σπάνια συλλεκτικά μουσικά όργανα εκπροσωπούνται στον δείκτη της Credit Suisse από βιολιά, ιδίως εκείνα που κατασκευάστηκαν τον δέκατο όγδοο αιώνα από τον Giuseppe Guarneri del Gesù και τον Antonio Stradivari, εκ των οποίων τα καλύτερα έχουν πωληθεί σε τιμές άνω των 10 εκατ. στερλινών. Στον δείκτη αυτής της επένδυσης προκύπτει μια μέση ετήσια απόδοση της τάξης του 2,3% για την περίοδο1900-2017.

Εργα τέχνης

Μάλλον απογοητευτικές είναι οι αποδόσεις για τα έργα τέχνης. Η αξία τους έχει αυξηθεί μόλις κατά 7 φορές από το 1900 σε πραγματικές τιμές, αλλά χωρίς να συμπεριλαμβάνεται το κόστος συντήρησης και ασφάλισης. Για την τέχνη, ο δείκτης τιμών βασίστηκε σε δημοπρασίες τέχνης του Λονδίνου και τιμές πώλησης κατά τη διάρκεια του 1765-2007, όπως καταγράφηκαν στις μελέτες των Goetzmann, Renneboog και Spaenjers.

Κλασικά αυτοκίνητα

Οι αναμφισβήτητα εντυπωσιακές αποδόσεις των κλασικών αυτοκινήτων, που έχουν πολλαπλασιάσει την αξία τους 247 φορές τα τελευταία 117 έτη, προσμετρήθηκαν με βάση τον δείκτη HAGI (Historic Automobile Group International). Ο δείκτης περιλαμβάνει 50 μοντέλα από 19 διαφορετικές μάρκες και έναν όγκο 21.000 αυτοκίνητων. Ορισμένα οχήματα έχουν πωληθεί για περισσότερα από 10 εκατ. στερλίνες.