ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μνημονιακή αξιολόγηση με διακύβευμα 750 εκατ. ευρώ

oikonomiko-f
kostello

Αν η πρώτη μεταμνημονιακή αξιολόγηση κύλησε σε ατμόσφαιρα ευφορίας, καθώς η χώρα είχε μόλις βγει από το μνημόνιο και επισφραγίσθηκε από την απόφαση μη περικοπής των συντάξεων, η δεύτερη, που ξεκίνησε σήμερα, φαίνεται πως δεν θα είναι τόσο ανέφελη.

Αυτό διεφάνη τις προηγούμενες ημέρες, τόσο από τις αιχμές του συνήθως φιλικού προς την κυβέρνηση επιτρόπου Μοσκοβισί όσο και από την επιστολή του Ντέκλαν Κοστέλο, ενόψει των συναντήσεων της ερχόμενης εβδομάδας, που απαριθμούσε ούτε λίγο ούτε πολύ 46 εκκρεμότητες, ζητώντας να κλείσουν έως τις 15 Φεβρουαρίου. Και οι δύο παρεμβάσεις, αλλά και η αντίδραση της κυβέρνησης, που ενεργοποιήθηκε προκειμένου να προετοιμάσει τις απαντήσεις της στις αιτιάσεις των θεσμών, παρέπεμπαν έντονα σε ατμόσφαιρα μνημονίου.

Στο προσκήνιο βρίσκεται και πάλι ο πίνακας με τα προαπαιτούμενα, που τσεκάρονται ως προς την εφαρμογή τους, ενώ επισημαίνονται καθυστερήσεις, διατυπώνονται υποδείξεις και προειδοποιήσεις και, παράλληλα, παρακολουθείται η εν γένει δραστηριότητα της κυβέρνησης, στον βαθμό που μπορεί να απειλεί την τήρηση των δεσμεύσεων της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό, ο κ. Μοσκοβισί, που επισκέφθηκε την Αθήνα την περασμένη Τετάρτη, έκανε ευθεία αναφορά στην προεκλογική περίοδο, λέγοντας ότι καταλαβαίνει μεν την ιδιαιτερότητά της, αλλά «είναι σημαντικό να μην αποσπαστούν οι πολιτικοί από την ατζέντα των μεταρρυθμίσεων». Πρόσθεσε δε ο Γάλλος επίτροπος ότι «η Ελλάδα δεν έφτασε ακόμη στο τέλος του δρόμου» και ότι οι μεταρρυθμίσεις για τις οποίες έχει δεσμευθεί πρέπει να εφαρμοστούν στο σύνολό τους.

Αυτό, όμως, που ταυτίζει, ίσως, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την επικείμενη αξιολόγηση με τις μνημονιακές είναι το γεγονός ότι από την έκβασή της εξαρτάται μια εκταμίευση δόσης. Μόνο αν η έκθεση των θεσμών στις 27 Φεβρουαρίου είναι θετική θα εκταμιευθεί η πρώτη δόση επιστροφών των κερδών των κεντρικών τραπεζών της Ευρωζώνης από τα ελληνικά ομόλογα (SMPs και ANFAs). Ο κ. Μοσκοβισί είπε πως το σχετικό ποσό θα είναι 750 εκατ. ευρώ. Οχι τόσο μεγάλο, ασφαλώς, όσο οι δόσεις του δανείου που εισέπραττε η χώρα τα προηγούμενα χρόνια, αλλά έντονα συμβολικό. Αν η χώρα δεν καταφέρει να εξασφαλίσει την έγκριση του Eurogroup της 11ης Μαρτίου για την εκταμίευσή του, όλοι –Κομισιόν και αγορές– έχουν προειδοποιήσει ότι θα είναι μια πολύ αρνητική εξέλιξη για τη χώρα. Θα είναι μια ένδειξη εγκατάλειψης της μεταρρυθμιστικής οδού πριν καλά καλά προλάβει να βγει από το πρόγραμμα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ήδη προβληματική πρόσβαση στις αγορές θα τιναχθεί στον αέρα. Το διακύβευμα επομένως αυτής της αξιολόγησης για τη χώρα είναι μεγάλο και ξεπερνά τα 750 εκατ. ευρώ. Κυβερνητικοί παράγοντες εξέφραζαν αισιοδοξία την περασμένη εβδομάδα πως η δόση θα εκταμιευθεί. Πιθανώς βασίζουν την πρόβλεψή τους αυτή και στην εκτίμηση ότι ούτε οι θεσμοί θα θελήσουν να θέσουν σε κίνδυνο την επιστροφή της Ελλάδας στην κανονικότητα, την οποία θέλουν να πιστωθούν και οι ίδιοι, ιδίως ενόψει ευρωεκλογών. Τα προβλήματα της Ευρώπης, με το Brexit και την άνοδο των λαϊκιστών, είναι ήδη αρκετά μεγάλα, ώστε να ρισκάρουν ένα ακόμη, την επιστροφή της ελληνικής κρίσης.

Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η έγκριση του γερμανικού Κοινοβουλίου για την εκταμίευση της δόσης δεν ήταν ποτέ απλή υπόθεση. Τον περασμένο Ιούλιο μπλόκαρε προσωρινά την τελευταία δόση των 15 δισ. ευρώ εξαιτίας της παράτασης του μειωμένου ΦΠΑ στα νησιά, έως ότου βρεθούν αντισταθμιστικά μέτρα για το κόστος των 28 εκατ. ευρώ.

Τώρα, η επιστροφή των SMPs και ANFAs –ένα από τα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους– είναι το μόνο πρακτικό μέσο άσκησης πίεσης που διατήρησε η Ευρωζώνη για να διασφαλίσει την τήρηση των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων της Ελλάδας. Η Γερμανία μάλλον θα θέλει να επιβεβαιώσει ότι εννοεί να το χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά.

Οι πιέσεις το επόμενο διάστημα αναμένονται έντονες, ιδίως στα θέματα όπου υπάρχουν διαφωνίες επί της ουσίας, ορισμένα από τα οποία έχουν μεγάλη προεκλογική σημασία για την κυβέρνηση. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν:

1. Η αντικατάσταση του ν. Κατσέλη. Επίμαχο σημείο εδώ είναι το όριο της εμπορικής αξίας πρώτης κατοικίας κάτω από το οποίο αυτή θα υπάγεται στις προστατευτικές διατάξεις του νέου πλαισίου. Οι τράπεζες –και οι θεσμοί– θεωρούν ότι οι 100.000 ευρώ είναι αρκετές. Αλλα βασικά χαρακτηριστικά του νέου πλαισίου είναι το «κούρεμα» του δανείου, εφόσον το υπόλοιπο ξεπερνά την εμπορική αξία, και η επιδότηση της δόσης από το Δημόσιο.

2. Αύξηση κατώτατου μισθού. Η κυβέρνηση μιλάει για αυξήσεις 5-10%, η Κομισιόν αποδέχεται ότι ο μισθός μπορεί να αυξηθεί, αλλά ανησυχεί για το ύψος του και ζητάει τεκμηρίωση ότι δεν υπερβαίνει την αύξηση της παραγωγικότητας και δεν θέτει σε κίνδυνο τη μείωση της ανεργίας. Ο κ. Μοσκοβισί συνέστησε «σύνεση».

3. Ιδιωτικοποιήσεις. Η Κομισιόν πιέζει για επιτάχυνση σε Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, Ελληνικό και ΔΕΣΦΑ, για πραγματοποίηση προόδου στο πρόγραμμα του 2019 (ΕΛΠΕ, ΔΕΠΑ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ) και χτυπάει καμπανάκι για την Εγνατία, όπου η πρόοδος είναι μηδενική.

4. Εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών. Παρότι είχαν διατεθεί 900 εκατ. ευρώ για τον σκοπό αυτό από την τελευταία δόση του δανείου, η προώθησή τους στους τελικούς δικαιούχους σημειώνει καθυστέρηση. Η Κομισιόν επισημαίνει ότι αν δεν απορροφηθεί το μεγαλύτερο μέρος τους, θα κινδυνεύσει η εκταμίευση της δόσης. Στο τέλος Νοεμβρίου, το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών της γενικής κυβέρνησης ήταν 1,9 δισ. ευρώ.

5. Δημόσια διοίκηση. Καθυστερεί η τοποθέτηση των διοικητικών γραμματέων, αλλά και των γενικών διευθυντών και των διευθυντών. Ο στόχος για την κάλυψη των θέσεων έως τις 15 Φεβρουαρίου είναι ανέφικτος.

Οι δικαστικές αποφάσεις

Εκτός από τα 16 προαπαιτούμενα, οι θεσμοί αναμένεται να ζητήσουν ενημέρωση από την κυβέρνηση για το κόστος των δικαστικών αποφάσεων για συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους, και τα σχέδιά της για τον τρόπο κάλυψής τους. Σύμφωνα με πληροφορίες από πηγές της κυβέρνησης, σε περίπτωση που τα δικαστήρια αναγνωρίσουν αναδρομικά για τις δύο αυτές κατηγορίες, το κόστος θα κυμαίνεται από 4,5 έως 24 δισ. ευρώ για τις συντάξεις και 2 έως 5 δισ. ευρώ για τα δώρα των δημοσίων υπαλλήλων, ανάλογα με την περίοδο της αναδρομικότητας. Οι θεσμοί έχουν κάνει εκτιμήσεις για ένα κόστος 6-14 δισ. ευρώ. Σε κάθε περίπτωση, το κόστος δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί από τον προϋπολογισμό, ούτε με τη σταδιακή καταβολή των αναδρομικών. Η κυβέρνηση ποντάρει στη μετριοπάθεια των δικαστηρίων, αλλά και στον… χρόνο, καθώς το βάρος της επίλυσης του προβλήματος θα το επωμισθεί η διάδοχός της. Στους θεσμούς θα διαμηνύσει, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι θα φέρει νομοθετικές ρυθμίσεις για να «εξουδετερώσει» το αποτέλεσμα πιθανών αρνητικών για τον προϋπολογισμό αποφάσεων.