ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ρόλφ Στράουχ στην «K»: Συμφωνημένα τα πρωτογενή πλεονάσματα

Ρόλφ Στράουχ στην «K»: Συμφωνημένα τα πρωτογενή πλεονάσματα

Προσγειώνει ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) Ρoλφ Στράουχ τις προσδοκίες για μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ, τον οποίο ανέδειξαν τις προηγούμενες ημέρες ο πρόεδρος της Ν.Δ. Κυριάκος Μητσοτάκης και ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας.

Σε συνέντευξή του στην «Κ», ο κ. Στράουχ, ο οποίος βρέθηκε το περασμένο Σαββατοκύριακο στην Ελλάδα για να συμμετάσχει στο Φόρουμ των Δελφών, λέει ότι «δεν βλέπει να αλλάζει» ο συγκεκριμένος στόχος, καθώς αποτελεί μέρος της συμφωνίας για τη βιωσιμότητα του χρέους, αλλά και ένα σημείο αναφοράς των αγορών για να αξιολογούν τη δημοσιονομική πειθαρχία της χώρας και να αποφασίζουν αναλόγως για το κόστος δανεισμού της. Αφησε ανοικτό ένα παράθυρο μόνο για τον τρόπο που θα επιτευχθεί ο στόχος.

Με κάθε ευκαιρία, ο κ. Στράουχ επαναλαμβάνει πόσο σημαντική είναι η προσήλωση αυτής και της επόμενης κυβέρνησης στη μεταρρυθμιστική ατζέντα. Θεωρεί την αναστροφή της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τη χώρα.

Ο ίδιος τάσσεται, επίσης, υπέρ της εφαρμογής του ψηφισμένου μέτρου για τη μείωση του αφορολογήτου από 1/1/2020, υποστηρίζει εμμέσως το σχέδιο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για τη μείωση των κόκκινων δανείων, λέγοντας ότι αυτή πρέπει να γίνει με κεφαλαιακά ουδέτερο τρόπο, και συντάσσεται με την άποψη της Κομισιόν και της ΕΚΤ ότι η προστασία της πρώτης κατοικίας δεν πρέπει να αφαιρεί το κίνητρο από τους δανειολήπτες να εξοφλούν τα δάνειά τους.

Ενόψει του Eurogroup της Δευτέρας, πετάει το μπαλάκι στην κυβέρνηση, την οποία καλεί να εκπληρώσει «όλες τις προϋποθέσεις» για να εξασφαλίσει το 1 δισ. ευρώ.

– Η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται να σχεδιάζουν και οι δύο να ζητήσουν τη μείωση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ. Το ίδιο θέλει και το ΚΙΝΑΛ. Θεωρείτε ότι είναι δίκαιο αίτημα;
– Κατ’ αρχάς, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι η Ελλάδα μέχρι στιγμής έχει πετύχει αυτούς τους στόχους και μάλιστα τους έχει ξεπεράσει. Αυτά είναι καλά και σημαντικά νέα. Σχετικά με το μέλλον, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι στόχοι αυτοί αποτελούν μέρος ενός περιεκτικού πακέτου μέτρων που ελήφθη για να διασφαλισθεί η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Οι Ευρωπαίοι εταίροι ανέλαβαν εκτεταμένες δεσμεύσεις για την Ελλάδα και η τελευταία δεσμεύθηκε σ’ αυτούς τους στόχους, ως δική της συνεισφορά στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους της. Από αυτήν την άποψη, είναι σημαντικό να μείνει προσηλωμένη σε αυτές τις δεσμεύσεις και προσωπικά δεν βλέπω να αλλάζουν οι στόχοι καθ’ εαυτοί. Προφανώς, μπορεί να υπάρξουν συζητήσεις ως προς το πώς θα επιτυγχάνονται στο μέλλον, από πλευράς δαπανών και εσόδων.

– Ενας λόγος για τον οποίο τα κόμματα σχεδιάζουν να υποβάλουν αυτό το αίτημα, τουλάχιστον η Νέα Δημοκρατία, είναι για να εξασφαλισθεί ο δημοσιονομικός χώρος για μείωση της φορολογίας. Θεωρείτε ότι οι Ελληνες υπερφορολογούνται;
– Είναι προφανώς ακριβές ότι η φορολογική επιβάρυνση για κάποιους φορολογουμένους είναι πολύ υψηλή στην Ελλάδα και οι φορολογικοί συντελεστές είναι πράγματι ενίοτε υψηλότεροι απ’ ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να καταλάβουμε ότι οι συντελεστές είναι υψηλότεροι επειδή η συλλογή φόρων εξακολουθεί να υστερεί. Επομένως, πρώτον, είναι πολύ σημαντικό να ενισχύσουμε τις προσπάθειες συλλογής φόρων και, δεύτερον, να διασφαλίσουμε ότι δεν υπάρχει φοροδιαφυγή. Αυτό θα βοηθήσει τη μείωση των συντελεστών. Το φορολογικό πακέτο που αποφασίστηκε για το 2020 κινείται στην κατεύθυνση μιας πιο ισότιμης κατανομής του φορολογικού βάρους και της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης.

– Οι εκλογές πλησιάζουν. Ανησυχείτε ότι μπορεί να έχουν αρνητική επίπτωση στη μεταρρυθμιστική διαδικασία;
– Οι εκλογές είναι καθοριστικό κομμάτι της δημοκρατικής διαδικασίας. Πρέπει να σεβόμαστε τη διαδικασία και το αποτέλεσμά τους, όποιο κι αν είναι αυτό. Για εμάς, το καθοριστικό σημείο είναι να παραμείνει η κυβέρνηση προσηλωμένη στο μεταρρυθμιστικό μονοπάτι, ανεξαρτήτως του ποια θα είναι η νέα κυβέρνηση.

– Θεωρείτε ικανοποιητικό έναν ρυθμό ανάπτυξης 2%-2,5% για μια χώρα που έχασε το 27% του ΑΕΠ της στην κρίση;
– Για εμάς, ως μακροχρόνιο εταίρο της Ελλάδας, η ανάπτυξή της και η ευημερία του λαού της είναι υψίστης σημασίας. Αυτά θα διασφαλίσουν, άλλωστε, τη δυνατότητα της Ελλάδας να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της και τελικά να μας εξοφλήσει. Με βάση τις επιδόσεις του παρελθόντος, θα έλεγα ότι η πρόσφατη οικονομική κατάσταση της χώρας είναι μια ένδειξη της ισχύος της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεώρησε ελαφρώς προς τα πάνω τις προβλέψεις της για την Ελλάδα φέτος. Για το μέλλον, αυτό που είναι σημαντικό είναι να συνεχίσει τις συμφωνημένες μεταρρυθμίσεις, ώστε να διασφαλίσει μια μακροπρόθεσμη υψηλή αναπτυξιακή πορεία. Αυτό σημαίνει επίσης ενίσχυση των επενδύσεων και της απασχόλησης, ώστε η οικονομία να ευημερήσει.

– Ποιους κινδύνους βλέπετε μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα για την ελληνική οικονομία;
– Βραχυπρόθεσμα υπάρχει η αναμενόμενη επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Δεν οδηγούμαστε σε ύφεση, αλλά η επιβράδυνση μπορεί προφανώς να επηρεάσει την ελληνική οικονομία, για παράδειγμα, μέσω του τουρισμού. Μακροπρόθεσμα, το θέμα είναι πώς θα εξελιχθούν οι οικονομικές πολιτικές στην Ελλάδα. Απ’ αυτή την άποψη, μια αναστροφή της μεταρρυθμιστικής διαδικασίας, για παράδειγμα, θα μπορούσε να θεωρηθεί κίνδυνος.

– Πιστεύετε ότι ο κίνδυνος αυτός είναι μεγάλος, δεδομένου του παρελθόντος της Ελλάδας;
– Αυτή η κρίση αποτέλεσε μια μεγάλη εμπειρία εκμάθησης. Ο ελληνικός λαός πέρασε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο και υπέφερε πολύ. Νομίζω ότι αυτό θα το έχει στο μυαλό του και θα θέλει να διασφαλίσει ότι η εμπειρία δεν θα επαναληφθεί.

– Πότε εκτιμάτε ότι η Ελλάδα θα αναβαθμιστεί σε επενδυτική βαθμίδα;
– Αυτό δεν μπορώ να το προβλέψω. Εχει να κάνει με τη μεθοδολογία των οίκων αξιολόγησης. Και πάλι, θα εξαρτηθεί πάρα πολύ από την επίδοση της Ελλάδας και τις επιλογές οικονομικής πολιτικής που θα κάνει τα επόμενα χρόνια.

– Ποια είναι η θέση σας για το σχέδιο της κυβέρνησης όσον αφορά τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων; Επίσης, θεωρείτε ότι το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για την προστασία της πρώτης κατοικίας κινείται στη σωστή κατεύθυνση; Είδαμε επιφυλάξεις στην έκθεση της Κομισιόν…
– Είναι κρίσιμο για την ελληνική οικονομία και το τραπεζικό σύστημα να αντιμετωπιστεί το θέμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Μεγάλη πρόοδος έχει σημειωθεί. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας είναι υψηλότεροι από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα μειώθηκαν κατά περισσότερο από 20 δισ. ευρώ από το 2016. Οι τράπεζες επιτυγχάνουν τους στόχους μείωσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους, που έχουν τεθεί από τον επόπτη, και σε ό,τι αφορά το μέλλον, παρότι τα πράγματα ενδέχεται να δυσκολέψουν, νομίζουμε ότι η επίτευξη των στόχων είναι εφικτή. Οσον αφορά το σχέδιο της κυβέρνησης να μειώσει τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, νομίζουμε ότι είναι σωστό να προσπαθήσει να χειριστεί τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια με κεφαλαιακά ουδέτερο τρόπο. Αν κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση, θα βοηθήσει τον τραπεζικό τομέα να σημειώσει πρόοδο και να είναι σε καλύτερη κατάσταση ώστε να υποστηρίξει την οικονομία ξανά. Οι θεσμοί είναι τώρα στη διαδικασία εξέτασης του σχεδίου. Σε ό,τι αφορά το σχήμα προστασίας της πρώτης κατοικίας, πήραμε νέες προτάσεις από την κυβέρνηση και τις εξετάζουμε. Για μας, είναι πολύ σημαντικό γενικά να συνεχίσουν οι δανειολήπτες να έχουν κίνητρο να εξοφλούν το δάνειό τους.

– Μετά τη μάλλον επικριτική έκθεση της Κομισιόν, πόσο πιθανό θεωρείτε να αποφασίσει το Eurogroup της 11ης Μαρτίου τη χορήγηση του 1 δισ. ευρώ για τη μείωση του χρέους;
– Αυτό θα το γνωρίζουμε στη συνάντηση του Eurogroup, αλλά εξαρτάται από την ελληνική κυβέρνηση να διασφαλίσει ότι θα ληφθεί αυτή η απόφαση. Οπως είδατε στην έκθεση, υπάρχουν ακόμη ορισμένα ανοικτά θέματα, αλλά υπάρχει επίσης ξεκάθαρη δέσμευση, εκφρασμένη από την ελληνική κυβέρνηση, να δουλέψει σε αυτά. Οι Ευρωπαίοι εταίροι είναι πολύ προσηλωμένοι από την πλευρά τους στην εξασφάλιση της επιτυχίας της προσπάθειας, εφόσον η ελληνική κυβέρνηση, από τη δική της πλευρά, εκπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις.

Η έξοδος στις αγορές και τα χαμηλά επιτόκια

– Πώς σχολιάζετε την έκδοση του 10ετούς ομολόγου και το κόστος δανεισμού της Ελλάδας;
– Καθήκον της κυβέρνησης και του ΟΔΔΗΧ είναι να επιστρέψει η Ελλάδα στις χρηματαγορές και να έχει πλήρη πρόσβαση σε αυτές. Επομένως, χρειάζεται να κάνουν τα απαραίτητα βήματα για να το πετύχουν. Το πότε και πώς η κυβέρνηση και ο ΟΔΔΗΧ θα βγουν στις αγορές είναι δικό τους θέμα. Αυτό που εμείς κάναμε, με το πρόγραμμα, είναι ότι δημιουργήσαμε ένα μαξιλάρι ρευστότητας το οποίο τους εξασφαλίζει τον απαραίτητο χρόνο ώστε να μη χρειάζεται να βιαστούν. Και αυτό έτυχε καλής υποδοχής από τις αγορές. Αν ο ΟΔΔΗΧ αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τα χαμηλότερα επιτόκια που αντιμετωπίζει τώρα η Ελλάδα στις αγορές, αυτό είναι κάτι που αναγνωρίζουμε και καταλαβαίνουμε.

– Θεωρείτε ότι τα επιτόκια είναι τώρα χαμηλά;
– Τα επιτόκια είναι τώρα σε επίπεδα συγκρίσιμα με αυτά στο τέλος το προγράμματος, επομένως από αυτή την άποψη είναι σχετικά χαμηλά. Θα έπρεπε να υποχωρήσουν περαιτέρω, μπορούν να υποχωρήσουν περαιτέρω; Οσο υψηλότερη είναι η εμπιστοσύνη στην αγορά, τόσο καλύτερες οι συνθήκες στην αγορά, και αυτό μας φέρνει και πάλι στο θέμα της σημασίας της πολιτικής που θα ακολουθηθεί. Ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% του ΑΕΠ, μεταξύ άλλων μέτρων, είναι σημαντικός για να αξιολογούν οι αγορές την προσήλωση της χώρας στη δημοσιονομική πειθαρχία.