ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ιδιωτικοποιήσεις (μέρος 2ο)

Ιδιωτικοποιήσεις (μέρος 2ο)

Ερώτηση: Ποιος είναι ο κάτοχος των κρατικών επιχειρήσεων;
Απάντηση: Οι φορολογούμενοι.

Ερ.: Πώς βρέθηκαν να είναι ιδιοκτήτες κρατικών επιχειρήσεων;
Απ.: Οι πολιτικοί εκπρόσωποί τους αποφάσισαν να αγοράσουν τις κρατικές επιχειρήσεις ή να τις δημιουργήσουν ή να τις κατασχέσουν, χρησιμοποιώντας χρήματα των φορολογουμένων.

Ερ.: Συνεπώς, είναι οι φορολογούμενοι οι πραγματικοί μέτοχοι των κρατικών επιχειρήσεων;
Απ.: Ναι, αυτοί είναι.

Ερ.: Ποιο είναι το ποσοστό απόδοσης που αποκομίζουν οι φορολογούμενοι από την κατοχή κρατικών επιχειρήσεων;
Απ.: Κανείς δεν γνωρίζει.

Σ​​ύμφωνα με την υπάρχουσα νομοθεσία, αν μια ιδιωτική επιχείρηση όπου το κράτος διαθέτει μερίδιο δεν δημοσιεύσει σύνολο χρηματοπιστωτικών λογαριασμών, συχνά δύο φορές το έτος, και πλήρως ελεγμένους ετήσιους ισολογισμούς, τότε η διοίκηση απειλείται με φυλάκιση. Ωστόσο, αυτοί οι νόμοι σπανίως ή ποτέ δεν εφαρμόζονται σε κρατικές επιχειρήσεις οι οποίες χρηματοδοτούνται πλήρως ή εν μέρει με χρήματα των φορολογουμένων. Αυτό φαντάζει περίεργο.

Γιατί είναι καλή η δημοσίευση χρηματοπιστωτικών λογαριασμών όταν κρατούν σε εγρήγορση τα στελέχη ιδιωτικών επιχειρήσεων και όταν αποκαλύπτουν την εικόνα της εταιρείας στους ιδιοκτήτες της, αλλά δεν απαιτείται να κάνουν το ίδιο οι πολιτικοί προς όφελος των μετόχων κρατικών επιχειρήσεων, δηλαδή των φορολογουμένων; Εχει δει ποτέ κάποιος αναγνώστης κατάλογο με τις επιχειρήσεις που κατέχει η κυβέρνηση για λογαριασμό του;

Θα έλεγα, με βάση την εμπειρία μου, πως ο έλεγχος και η δημοσίευση στοιχείων για κρατικές επιχειρήσεις υπολείπεται πολύ σημαντικά σε σύγκριση με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις. Είναι ασαφές γιατί συμβαίνει αυτό, πλην της υπόθεσης ότι δεν ενδιαφέρονται να υπάρχει διαφάνεια όσον αφορά τη διαχείριση των χρημάτων των φορολογουμένων. Το πρόβλημα δεν υπάρχει μόνο στην Ελλάδα, το ίδιο ισχύει σχεδόν παγκοσμίως (ενδεχομένως με την εξαίρεση της Νέας Ζηλανδίας).

Ετσι, απευθύνω έκκληση για περισσότερη διαφάνεια και τη δημοσίευση, τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, πλήρους ισολογισμού του δημόσιου τομέα, μαζί με τα έγγραφα του προϋπολογισμού. Σε αυτά τα έγγραφα η κυβέρνηση θα πρέπει να αποκαλύπτει ποια περιουσιακά στοιχεία κατέχει, να αναφέρει την οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονται και το ποσοστό απόδοσης που έχουν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία.

Αν υπάρχουν κρατικές επιχειρήσεις, αυτές θα πρέπει να υπόκεινται ακριβώς στους ίδιους κανόνες περί δημοσίευσης χρηματοπιστωτικών στοιχείων και στα ίδια ελεγκτικά πρότυπα στα οποία υπόκεινται οι εταιρείες του ιδιωτικού τομέα. Να δημοσιεύουν δηλαδή στοιχεία για ζημίες ή κέρδη, στοιχεία για χρηματορροές, πλήρη ισολογισμό και πίνακα όπου εξηγείται η μεταβολή της καθαρής αξίας της επιχείρησης.

Οι κυβερνήσεις βελτιώνονται σταδιακά στο θέμα της δημοσίευσης στοιχείων για το δημόσιο χρέος, ωστόσο δεν ισχύει το ίδιο για τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στον ισολογισμό τους. Είναι, άραγε, τόσο δύσκολο; Μια καλή αρχή θα ήταν η δημοσίευση καταλόγου με την ονομασία όλων των επιχειρήσεων που κατέχει μια κυβέρνηση και το μετοχικό μερίδιο που έχει σε επιχειρήσεις όπου υπάρχουν και ιδιώτες μέτοχοι. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα και να αρχίσει να δημοσιεύει ακόμη περισσότερες χρηματοπιστωτικές πληροφορίες γι’ αυτές τις επιχειρήσεις.

Ο λόγος για τον οποίο νομίζω πως αυτό είναι ενδιαφέρον είναι πως όταν είχα αρχίσει, το 2009, να μελετάω την ελληνική οικονομία με μεγαλύτερη λεπτομέρεια, είχα πέσει πάνω σε μελέτη που είχε δημοσιεύσει ένα think tank, σύμφωνα με την οποία το ελληνικό Δημόσιο είχε επενδύσει ενδεχομένως μέχρι και 300 δισ. ευρώ σε κρατικά περιουσιακά στοιχεία, κυρίως σε κρατικές επιχειρήσεις και ακίνητα.

Με άλλα λόγια, τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία κατείχε εκείνη την εποχή το κράτος είχαν αξία τουλάχιστον ίση με το ύψος του δημόσιου χρέους. Και η συνολική καθαρή αξία τους θα έπρεπε να είναι θετική, δηλαδή συνολικά αυτές οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να είναι βιώσιμες.

Ωστόσο, δεν υπήρχε εκτίμηση για το ύψος των κερδών ή της απόδοσης που αποκόμιζε το κράτος από όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, ούτε καν με ποιον τρόπο τα χρησιμοποιούσε. Ή αν τα εκμεταλλευόταν το κράτος με ικανοποιητικό τρόπο από οικονομικής απόψεως ή αν δεν τα εκμεταλλευόταν με παραγωγικό τρόπο, ποια ήταν η πολιτική αιτία που είχε οδηγήσει αρχικά στην απόκτησή τους.

Ο αριθμός των 300 δισ. ευρώ είχε αμφισβητηθεί και ορισμένοι άλλοι αναλυτές είχαν εικάσει πως τα περιουσιακά στοιχεία που κατείχε το κράτος, περιλαμβανομένων των επιχειρήσεων, είχαν αξία πολύ μικρότερη (αυτή η συζήτηση είχε μεγάλη σημασία στο πλαίσιο του προγράμματος ιδιωτικοποιήσεων). Ο μόνος άλλος αριθμός που θυμάμαι να είχα ακούσει ήταν «γύρω στα 70 δισ. ευρώ σε τρέχουσα αγοραία αξία» ή κάπου τόσο. Ε, 230 δισ. ευρώ μεταξύ αυτών των δύο αποτιμήσεων είναι μεγάλη διαφορά, και η συζήτηση λίγο-πολύ είχε ολοκληρωθεί σε εκείνο το σημείο.

Δεν γνωρίζω αν υπάρχει σήμερα κάποιο άτομο ή ομάδα ή κρατική υπηρεσία στην Ελλάδα που να προσπαθεί να αποσαφηνίσει την αξία των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει το κράτος (θα έπρεπε να υπάρχει), διότι δεν έχω υπόψη μου τη δημοσίευση οποιασδήποτε ολοκληρωμένης μελέτης. Ωστόσο, εκείνα τα δύο ποσά δεν με άφηναν να ησυχάσω.

Τι θα μπορούσε να συμβαίνει, σκεφτόμουν.

Εχοντας έρθει αντιμέτωπος με παρόμοια ζητήματα σε άλλες χώρες, όπου οι κυβερνήσεις αναγκάζονταν να ενισχύσουν σε τακτική βάση με χρήματα υπάρχουσες κρατικές επιχειρήσεις, διότι αυτές έμεναν συνεχώς δίχως χρήματα και κατέστρεφαν την αξία που θα έπρεπε να αποκομίζουν οι φορολογούμενοι, εξέτασα την ακόλουθη πιθανότητα. Θα μπορούσε οι πρώτοι αναλυτές να είχαν συλλέξει στοιχεία για τα κεφάλαια που είχε δαπανήσει το κράτος με την πάροδο των ετών και να είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως το κράτος πρέπει να είχε δαπανήσει γύρω στα 300 δισ. ευρώ για να αγοράσει αυτά τα περιουσιακά στοιχεία; Και οι δεύτεροι αναλυτές να είχαν υπολογίσει ποια θα ήταν περίπου η αξία αυτών των περιουσιακών στοιχείων σε τιμές αγοράς και λαμβάνοντας υπόψη την ποιότητα αυτών των περιουσιακών στοιχείων και τη διαχείρισή τους τα προηγούμενα χρόνια;

Φυσικά οι ιδιωτικές επιχειρήσεις το κάνουν αυτό συνεχώς: Επενδύουν σε εργοστάσια και σε εξοπλισμό, που χάνουν την αξία τους με την πάροδο του χρόνου, αλλά επίσης αντικαθιστούν τον εξοπλισμό τους και επεκτείνουν τα εργοστάσιά τους καθώς η εταιρεία έχει θετική απόδοση με βάση την υπάρχουσα παραγωγική της ικανότητα.

Η καθαρή περιουσία και η αξία των περιουσιακών στοιχείων των επιτυχημένων και κερδοφόρων επιχειρήσεων αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου. Το αντίθετο συμβαίνει με αποτυχημένες και ζημιογόνους εταιρείες. Είναι δυνατόν τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία να χρησιμοποιήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να απώλεσαν σημαντικό μέρος της αξίας τους με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο να μην μπορούν να το διαπιστώσουν οι μέτοχοι (δηλαδή οι φορολογούμενοι) επειδή δεν υπάρχει έλεγχος των χρηματοπιστωτικών τους στοιχείων και δημοσίευσή τους σε τακτά χρονικά διαστήματα;

Συνεπώς, συνεχίζοντας την υπόθεση που κάναμε, είναι πιθανό και οι δύο αναλυτές να ήταν σωστοί (σε γενικές γραμμές); Τα περιουσιακά στοιχεία αποκτήθηκαν έναντι περίπου 300 δισ. ευρώ, χρηματοδοτήθηκαν μέσω δανεισμού και, πλέον, η αγοραία αξία τους να είναι 70 δισ. ευρώ; Φυσικά το χρέος δεν μειώθηκε, αλλά μειώθηκε σημαντικά η αξία των περιουσιακών στοιχείων. Πρακτικά πώς θα μπορούσε να είχε εξελιχθεί αυτή η διαδικασία;

Υπάρχουν ορισμένες τεχνικές που έχουν δοκιμαστεί με επιτυχία σε πολλές χώρες. Οι πολιτικοί εμπλέκονται στη διοίκηση κρατικών επιχειρήσεων. Επειδή θέλουν να κάνουν χάρες στους ψηφοφόρους τους, τοποθετούν επιλεγμένους υποστηρικτές τους στο μισθολόγιο αυτών των επιχειρήσεων. Επειδή αυτά τα άτομα δεν έχουν ιδέα από τη διοίκηση τέτοιων επιχειρήσεων, οι μισθοί τους (και οι αποφάσεις τους) αποτελούν βάρος και η κερδοφορία αρχίζει να υποχωρεί. Επίσης, ενδεχομένως να υπάρχει η πολιτική υποχρέωση για διανομή επιδοτήσεων στους ψηφοφόρους μέσω παροχής υπηρεσιών από τις κρατικές επιχειρήσεις σε τιμές κάτω του κόστους, χωρίς να αποζημιώνονται οι επιχειρήσεις για τις ζημίες που τους προξενούν αυτές οι υπηρεσίες (αυτές οι ντιρεκτίβες συχνά αποκαλούνται ευφημιστικά «υποχρεώσεις κοινής ωφελείας»). Πόσο στοιχίζει στην Ελλάδα η παροχή ηλεκτρισμού σε όλα τα νησιά και τι τιμές πληρώνουν αυτοί οι καταναλωτές; Διαγράφει η ΔΕΗ τις ζημίες αυτές (αναφέρω τη ΔΕΗ, αλλά το ίδιο μπορεί να συμβεί και με πολλές άλλες εταιρείες) ή αποζημιώνεται όπως θα έπρεπε από τον κρατικό προϋπολογισμό για το κόστος αυτών των επιδοτήσεων που επιβάλλονται μέσω της πολιτικής διαδικασίας; Αν η κρατική επιχείρηση δεν αποζημιώνεται σε τακτική βάση για τις υποχρεώσεις κοινής ωφελείας, όπως είναι και το πιθανότερο, η κρατική επιχείρηση καταλήγει να διαγράφει τις ζημίες και η καθαρή της αξία μειώνεται – πρόκειται περί καταστροφής αξίας περιουσιακού στοιχείου. Ενα άλλο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η περίπτωση ενός πολύ ισχυρού (ενός μεγιστάνα) ψηφοφόρου, ο οποίος βοηθάει καλύπτοντας τα έξοδα της προεκλογικής εκστρατείας, και ο οποίος ζητάει σε αντάλλαγμα την παροχή υπηρεσιών από κρατικές επιχειρήσεις σε τιμές που να περιλαμβάνουν επιδότηση; Η αξία του ανταλλάγματος θα διαγραφεί επίσης από τις κρατικές επιχειρήσεις και η καθαρή αξία αυτών των περιουσιακών στοιχείων θα υποχωρήσει ακόμη περισσότερο. Συνεπώς, ενώ μια ιδιωτική επιχείρηση δεν θα μπορούσε να παραμείνει στην αγορά χωρίς να πετυχαίνει μια αξιοπρεπή απόδοση, μια κρατική επιχείρηση μπορεί να αντλήσει κεφάλαια από τους φορολογουμένους ανά χρονικά διαστήματα (να εμφανίζει ζημίες που ακολουθούνται από περιοδικές ανακεφαλαιοποιήσεις) και ποτέ να μη χρεοκοπήσει.

Αυτή η σταδιακή απομείωση της καθαρής αξίας που είχε το κρατικό περιουσιακό στοιχείο σύμφωνα με το αρχικό κόστος κτήσης ώστε να διανέμονται παροχές σε επιλεγμένους ψηφοφόρους ή σε πανίσχυρα ειδικά συμφέροντα, είναι μια μορφή ιδιωτικοποίησης. Είναι η σταδιακή ιδιωτικοποίηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων και της καθαρής αξίας των κρατικών επιχειρήσεων προς λίγους τυχερούς που έχουν πρόσβαση σε αυτές τις επιδοτήσεις μέσω της πολιτικής επιρροής τους. Αυτό δεν θα ήταν εφικτό σε μια ανταγωνιστική αγορά. Μπορεί, λοιπόν, κανείς να αναρωτηθεί κατά πόσον έχει προχωρήσει το ελληνικό πολιτικό σύστημα, το οποίο έχει επιτρέψει τη σταδιακή απομείωση της καθαρής αξίας των κρατικών περιουσιακών στοιχείων, σε μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικοποιήσεις στον κόσμο. Δεδομένου πως αυτές οι ιδιωτικοποιήσεις έχουν διανεμηθεί ως επιδοτήσεις σε ιδιωτικά συμφέροντα, το κράτος ποτέ δεν λαμβάνει αποζημίωση με την οποία να αποσβένει τα δάνεια που χρησιμοποίησε για να αγοράσει αρχικά τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία. Αυτός είναι ένας τρόπος ώστε να συσσωρευθεί υψηλό χρέος και να απαξιωθούν σταδιακά οι κρατικές επιχειρήσεις εις βάρος των φορολογουμένων. Επιπλέον, επειδή οι «υποχρεώσεις κοινής ωφελείας» για τις οποίες δεν αποζημιώνονται οι κρατικές επιχειρήσεις δεν εμφανίζονται στον προϋπολογισμό, οι ψηφοφόροι δεν μπορούν ποτέ να διαπιστώσουν ότι συνέβησαν αυτά τα έξοδα ενώ υπάρχει ελάχιστη λογοδοσία.

Η λύση σε αυτά τα προβλήματα είναι είτε η πλήρης διαφάνεια και η δημοσίευση των κρατικών περιουσιακών στοιχείων, όπως ακριβώς ελέγχονται οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, ή όπου είναι δυνατό η πλήρης αποεπένδυση από κρατικά περιουσιακά στοιχεία και η χρήση των εσόδων για τη μείωση του δημόσιου χρέους. Σε αυτή την περίπτωση, αν οι πολιτικοί εξακολουθούν να θέλουν να διανέμουν πολιτικές επιδοτήσεις ή ειδικά προνόμια σε ευνοούμενα ιδιωτικά συμφέροντα θα πρέπει να το πράξουν μέσω του προϋπολογισμού, οπότε οι ψηφοφόροι θα έχουν την ευκαιρία να διαπιστώσουν το κόστος της ακολουθούμενης πολιτικής.

Οταν οι ψηφοφόροι δεν μπορούν να διαπιστώσουν ποια είναι η οικονομική επίπτωση των πολιτικών αποφάσεων, τότε θα πρέπει να τους συγχωρηθεί το γεγονός πως κάνουν λάθη και βρίσκονται σε σύγχυση για το κατά πόσον προστατεύεται όπως πρέπει το κοινό αγαθό.

Το να μην υπάρχει ισολογισμός του δημόσιου τομέα και το να μην είναι γνωστό με ποιον τρόπο χρησιμοποιούνται τα κρατικά περιουσιακά στοιχεία ώστε να επιτυγχάνεται το καλύτερο αποτέλεσμα, είναι ένας παράγοντας που συμβάλλει στην πρόκληση σοβαρής κρίσης δημόσιου χρέους, ορισμένες φορές επανειλημμένως – ενώ οι ψηφοφόροι απλώς δεν μπορούν να διαπιστώσουν τι συμβαίνει.

Στο επόμενο «Σημείωμα προς συζήτηση», θα συνδυάσουμε ό,τι γνωρίζουμε για τις απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις προκειμένου να διαπιστώσουμε αν βρίσκεται σε καλή κατάσταση ο ισολογισμός του δημόσιου τομέα και η καθαρή αξία των Ελλήνων πολιτών. Επιπλέον, δεν θα προσθέσουμε μόνο τις απαιτήσεις και τις υποχρεώσεις του παρελθόντος, αλλά και θα εξετάσουμε το δημοσιονομικό κόστος, σε όρους καθαρής παρούσας αξίας, όλων των υποσχέσεων που έχει δώσει το ελληνικό πολιτικό σύστημα με τη μορφή μελλοντικών παροχών και επιδομάτων (στο πλαίσιο του κράτους πρόνοιας).

Το να γνωρίζουν κατά πόσον οι υποσχέσεις των πολιτικών στο πλαίσιο του κράτους πρόνοιας είναι ρεαλιστικές και κατά πόσον μπορούν να χρηματοδοτηθούν θα έπρεπε να ενδιαφέρει τους Ελληνες πολίτες και φορολογουμένους. Θα έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τους νεαρούς Ελληνες, διότι αυτοί θα κληθούν να πληρώσουν τον λογαριασμό που θα τους αφήσουν οι σημερινές γενιές…

* Ο αρθρογράφος είναι ανεξάρτητος οικονομολόγος.