ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αντώνης Ζαΐρης: Το δυνατό αφήγημα του λαϊκισμού

europeflags

Τώρα τελευταία έχω γίνει αυτήκοος μάρτυρας πολλαπλών σχεδόν εβδομαδιαίων μεμονωμένων ομιλιών ή συζητήσεων σε πάνελ σχετικά με την ανησυχητική διείσδυση του λαϊκισμού, συνδεόμενος ανησυχητικά τις περισσότερες φορές και με πολιτικές συμπεριφορές των άκρων. Η κριτική μου στις συζητήσεις αυτές, δηλαδή η κριτική ενός μέσου πολίτη, είναι ότι όλες αυτές οι συζητήσεις, δυστυχώς, απευθύνονται μόνο σε ένα ακροατήριο και συγκεκριμένα των συμμετεχόντων που τις παρακολουθεί, και εξ αυτού συνάγεται ότι έχουν εξ ορισμού ελιτίστικα χαρακτηριστικά μέσα από δυσνόητες ακαδημαϊκές αναλύσεις εννοιών που σε καμιά περίπτωση δεν βρίσκουν απήχηση στο ευρύτερο σώμα της κοινωνίας. Το μείζον πρόβλημα της Δημοκρατίας του μεταρρυθμισμού είναι ότι το αφήγημα του λαϊκισμού είναι απολύτως καταληπτό, έχοντας από την άλλη βαθιά και πλήρη επίγνωση των πραγματικών προβλημάτων της κοινωνίας, η δε μεθοδολογική προσέγγιση που προτείνει ο λαϊκισμός για την επίλυση αυτών των προβλημάτων είναι καθ’ όλα αποπροσανατολιστική, βαθιά παραπλανητική, επιπόλαια ανέφικτη και ανορθολόγητη δίχως μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό στην επίλυση αντίξοων ζητημάτων καθώς υπερισχύει, του συλλογικού, το ίδιον ατομικό όφελος του χαρισματικού ηγέτη, που επί της ουσίας «κρύβεται» πίσω από το αφηγηματικό παραλήρημα του λαϊκισμού. Ως γνωστόν, οι μεταρρυθμιστικές πολιτικές απαιτούν μακρό χρονικό ορίζοντα για την επίτευξη μεταρρυθμιστικών στόχων και κοινωνικές – πολιτικές συμμαχίες υπό το πρίσμα υλικοπνευματικής ανασυγκρότησης καθώς και ενημέρωσης του κοινωνικού σώματος, ώστε να αποφευχθεί τυχόν σχάση στον ήδη διαταρασσόμενο κοινωνικό ιστό, ο οποίος διαιρείται ανάμεσα σε υποστηρικτές και πολέμιους των μεταρρυθμίσεων. Το παράδειγμα της αποτυχίας και της ήττας μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών ενσωματώνεται στην ενδυνάμωση μιας ήδη υπάρχουσας επιχειρηματολογίας πειθούς έναντι του βασικού ερωτήματος, που είναι το «γιατί» πρέπει τελικά να αλλάξει κάτι!

Ενώ, λοιπόν, οι διακρατικές ανισότητες έχουν μειωθεί σημαντικά, στο εσωτερικό των κοινωνιών, κυρίως των ανεπτυγμένων χωρών, έχουν αυτές διευρυνθεί σε πολυεπίπεδη βάση και σε αυτό συντρέχουν και λόγοι που σχετίζονται με τη ραγδαία διείσδυση της ψηφιακής επανάστασης και του τεχνολογικού μετασχηματισμού των κοινωνιών. Ο βαθμός προσαρμογής και εξοικείωσης με τα δεδομένα της νέας ψηφιακής επανάστασης θα επιφέρει μεταβολές στον κόσμο της εργασίας, ανακατατάξεις και αναγκαστικές εξειδικεύσεις σε θέσεις εργασίας που θα συνδέονται πλέον με το ψηφιακό περιβάλλον, η δε αδυναμία προσαρμογής θα σημαίνει απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, πολιτική αστάθεια, διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά και των ανισοτήτων στον καταμερισμό της εργασίας. Στο πλαίσιο αυτής ακριβώς της αναπότρεπτης εξέλιξης, ο λαϊκισμός χτίζει το αφήγημα του φόβου και γεννάει το «σπέρμα» της διαχρονικής απειλής. Ηδη στις ανεπτυγμένες οικονομίες υπάρχει θέμα απομάκρυνσης από τη συμμετοχή τους στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ανορθολόγητης κατασπατάλησης πόρων προς όφελος των ολίγων και ενώ οι παγκόσμιες ανισότητες μετακινούνται, οι εθνικές διευρύνονται.

Η στρατηγική του λαϊκισμού ξεδιπλώνεται σε δύο επίπεδα: Πρώτον, στην άρνηση και υποβάθμιση του θεσμικού οικοδομήματος ως παράγοντα εξισορρόπησης της λειτουργίας της Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και, δεύτερον, στην εχθρική στάση έναντι των παντός είδους «ελίτ» και στην τακτική κατακρήμνισης των συμβόλων επαγγελματικής επιτυχίας, κοινωνικής καταξίωσης και αναγνώρισης. Η ισοπεδωτική στρατηγική και η αποδόμηση της αριστείας συνιστούν επίσης παραγοντικές μεταβλητές της λαϊκίστικης δοξασίας.

Στην υπόθεση, από την άλλη, ότι οι διευρυνόμενες ανισότητες λόγω της παγκόσμιας κρίσης, των πολιτικών, των τραπεζών και των πολιτικών φτωχοποίησης, είναι αυτές που εξέθρεψαν την υιοθέτηση στρατηγικών λαϊκισμού και τη συλλήβδην απόρριψη του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος, τότε η απάντηση από πλευράς μεταρρυθμιστικής δημοκρατίας θα πρέπει να συνδεθεί με συγκεκριμένες γενναίες πολιτικές άμβλυνσης των ανισοτήτων.

Το δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, όμως, και η επικοινωνία αρχών και αξιών που προτάσσει μεν αλλά δεν διαθέτει και μέσω της οποίας πρέπει να διοχετεύσει το αφήγημα αρχών ευρύτερα στην κοινωνία, θα πρέπει επιπλέον να αποδείξει και ικανότητες διαχείρισης των πέντε (5) επιπέδων αλλαγών που αφορούν την εποχή μας:

Την αποσύνδεση της εργασίας από την επιχείρηση στον τόπο κατοικίας, κάτι που επιφέρει κατακλυσμιαίες αλλαγές στη δομή των εργασιακών σχέσεων, στην τεχνολογία, στην αύξηση του προσδόκιμου ζωής κ.ά.

Τη σημαντική διείσδυση της διαδικτυακής επικοινωνίας και τηλεπικοινωνίας σε κάθε μορφή συναλλαγής στην ανθρώπινη καθημερινότητα.

Τη διάρρηξη στο εξής των δεσμών ανάμεσα σε ομάδες που εκφράζουν τον κοσμοπολιτισμό και σε εκείνες που αντιπροσωπεύουν τον παραδοσιακό τρόπο σκέψης και εμμονικούς αναχρονισμούς.

Τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών.

Την έκταση της οικονομικής κρίσης και το μείζον ζήτημα των διευρυνόμενων ανισοτήτων που εγκυμονεί κινδύνους για το μέλλον.  

* Ο κ. Αντώνης Ζαΐρης είναι αναπληρωτής αντιπρόεδρος ΣΕΛΠΕ, επίκ. καθηγητής Πανεπιστημίου Νεάπολις, Πάφος.