ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Γιώργος Χριστόπουλος: Και μετά τα μνημόνια τι; Και μετά τις εκλογές τι;

17ellada-oikonomia10-thumb-large

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα πολιτικά κόμματα με τα επιτελεία τους έχουν κατά νουν τα παραπάνω ερωτήματα στον σχεδιασμό τους ενόψει των εκλογών, γεγονός που προκύπτει από τα προγράμματα και τις δεσμεύσεις τους. Στους κύκλους όμως των αναλυτών που παρακολουθούν ενδελεχώς τα της οικονομίας, παραμένει το ζήτημα κατά πόσον οι πολιτικές δυνάμεις, και ιδίως τα δύο μεγάλα κόμματα, είδαν ως ανάγκη να γίνει ένας απολογισμός των μνημονίων. Και τούτο, μάλιστα, όταν είναι κοινή και κρατούσα η άποψη (έχει ομολογηθεί και από τους δανειστές) ότι μπορεί μεν τα μνημόνια να υιοθέτησαν ξεκάθαρη θέση, αλλά σχεδιάστηκαν σε λανθασμένη κατεύθυνση. Με το σκεπτικό, δηλαδή, ότι ο συνδυασμός της εσωτερικής υποτίμησης και των «διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» θα επαρκούσε για την αποφυγή του τριπλού αδιεξόδου, στο οποίο βρέθηκε εγκλωβισμένη η χώρα το 2010 (δημοσιονομικό έλλειμμα, αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ιδιωτικά και, κυρίως, δημόσια χρέη).

Το λογικά επιβεβλημένο είναι ότι όποια κυβέρνηση εκλεγεί, με βάση τον σχεδιασμό και τις δεσμεύσεις, έχει προβεί στις αναλύσεις και διαπιστώσεις προκειμένου να διακριβωθούν οι όποιες αλλαγές έχουν επέλθει στη δομή της οικονομίας και να καταγραφούν οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα στο επόμενο διάστημα, με βάση τα συμπεράσματα στα οποία συγκλίνουν όλες οι απόψεις (πολιτικές και οικονομολογικές), ότι η «ελληνική κρίση δεν είναι μόνο κυκλική ή συγκυριακή, αλλά δομική. Είναι κρίση αναπτυξιακού υποδείγματος / ανταγωνιστικότητας».

Ζητήματα που μας κληροδότησαν τα μνημόνια:

Αν θα επιχειρούσα να κατατάξω με σειρά προτεραιότητας τα μεγαλύτερα προβλήματα που μας κληροδότησαν τα μνημόνια, θα σημείωνα ότι είναι τρία:

• Η υπερφορολόγηση της οικονομίας.

• Η ακριβή τραπεζική χρηματοδότηση.

• Η υψηλή διαρθρωτική ανεργία.

Και για την πληρότητα των διαπιστώσεων θα συμπλήρωνα ότι:

Με πάνω από 25 νέους φόρους στο φορολογικό τοπίο την τελευταία τετραετία, η Ελλάδα αποχαιρέτησε τα μνημόνια, αλλά παραμένει πρωταθλήτρια στην υπερφορολόγηση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Ή, αλλιώς, «εγκατέλειψε» την 8ετή μνημονιακή περίοδο με ένα τριπλό ιστορικό ρεκόρ στους φόρους:

Πρώτον, τα φορολογικά βάρη εκτοξεύθηκαν στο υψηλότερο ποσοστό αναλογικά με το ΑΕΠ που έχει καταγραφεί ποτέ στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Αναλογία φόρων ως προς το ΑΕΠ άνω του 27% είναι πρωτόγνωρη, τουλάχιστον για όλη την περίοδο της μεταπολίτευσης.

Δεύτερον, η Ελλάδα είναι πλέον η πρώτη χώρα στην Ευρωζώνη σε αναλογία φόρων ως προς το ΑΕΠ.

Το τρίτο ρεκόρ έχει να κάνει με την ταχύτητα με την οποία επήλθε το «φορολογικό σοκ».

Τέτοια μεταβολή στην αναλογία φόρων ως προς το ΑΕΠ δεν υπήρξε σε καμία άλλη χώρα της Ευρωζώνης, καθώς μέσα σε οκτώ χρόνια η αναλογία των φόρων ως προς το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 7 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες.

Η οικονομία παραμένει σε τροχιά ανάκαμψης, αλλά με επιβραδυνόμενο ρυθμό:

Δεν παραγνωρίζω την όποια πρόοδο σημειώθηκε στους επιμέρους τομείς της πραγματικής οικονομίας.

Η ανάκαμψη της οικονομίας συνεχίστηκε το α΄ τρίμηνο του 2019, με τον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ να παρουσιάζει, ωστόσο, αποδυνάμωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Παρά το γενναίο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και προσαρμογής, με τεράστιες θυσίες του ελληνικού λαού, παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα και η απόσταση που χωρίζει ακόμη την

Ελλάδα από την Ε.Ε. των 28 σε πολλούς τομείς εξακολουθεί να είναι μεγάλη.

Ενδεικτικά μέτωπα που παραμένουν ανοιχτά είναι:

• Τα υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους.

• Τα «κόκκινα» δάνεια.

• Η υψηλή ανεργία.

• Το brain drain.

• Το επενδυτικό κενό.

• Τα σχετικά υψηλά ποσοστά φτώχειας στους πολίτες.

Πορεία προς το αύριο:

Δεν πρέπει να χαθεί για άλλη μια φορά μια μεγάλη ευκαιρία παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας:

Δεν θα εμμείνω άλλο στις διαπιστώσεις και θα επιστρέψω στο κεντρικό «μήνυμα» του παρόντος άρθρου μου. Αφήνοντας πίσω όλα όσα υπονόμευσαν σοβαρά την αξιοπιστία των προγραμμάτων προσαρμογής, θα υπενθυμίσω τα ακόλουθα δέκα μεταρρυθμιστικά σημεία-άξονες, στα οποία συμφωνούν έγκυροι αναλυτές και θεσμικοί φορείς της επιχειρηματικής κοινότητας, που και αυτονόητα είναι, και ασφαλώς έχει ή πρέπει να έχει στο πρόγραμμά της η όποια κυβέρνηση θα επιλέξει το εκλογικό σώμα με την ψήφο του στις 7 Ιουλίου 2019:

1ον: Να κινηθεί ο κορμός της οικονομίας, που είναι κάθε μικρή και μεσαία επιχείρηση.

2ον: Η διαφύλαξη της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης.

3ον: Η βελτίωση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής και της εμπιστοσύνης των αγορών. Το παράδειγμα της Πορτογαλίας είναι ενδεικτικό για τις δυνατότητες που έχουμε.

4ον: Η ισχυρή ανάπτυξη είναι μονόδρομος, με την υιοθέτηση ενός βιώσιμου, διεθνώς ανταγωνιστικού και κοινωνικά δίκαιου προτύπου ανάπτυξης, που στηρίζεται στην «οικονομία της γνώσης».

5ον: Υπερφορολόγηση, ασταθές φορολογικό πλαίσιο και φοροδιαφυγή:

Ολες οι μελέτες των μεγάλων ελεγκτικών οίκων και των οργανισμών διαμηνύουν: «Εάν δεν μειωθούν οι συντελεστές, δεν θα μπορέσει να αναπτυχθεί η ελληνική οικονομία και να εκλείψει ή να μειωθεί αποτελεσματικά η φοροδιαφυγή».

6ον: Αρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων (capital controls) και επιστροφή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την κανονικότητα, στη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος και των κεφαλαιαγορών.

7ον: Φιλικό επιχειρηματικό περιβάλλον:

Εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, πάταξη της γραφειοκρατίας και ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης.

8ον: Μείωση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα:

Η επίτευξη των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ δεν αφήνει πολλά περιθώρια για την εφαρμογή πολιτικών τόνωσης της ιδιωτικής κατανάλωσης.

9ον: Αναστροφή της πληθυσμιακής γήρανσης και της μείωσης του πληθυσμού.

10ον: Εμπόδια στις ξένες επενδύσεις:

Αρση των ρυθμιστικών, φορολογικών, χωροταξικών και άλλων γραφειοκρατικών εμποδίων για την προσέλκυση επενδύσεων και ιδιαίτερα άμεσων ξένων επενδύσεων, ώστε να αυξηθούν, από το 1% του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια, στο 8% του ΑΕΠ, που είναι ο μέσος όρος στην Ευρώπη των 28.

* Οικονομολόγος – Φοροτεχνικός, [email protected]