ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στρατηγική επιλογή η «επανίδρυση» του κράτους

Στον σύγχρονο πολιτικό λόγο αποτελεί μια κυρίαρχη προβληματική, απαίτηση, αλλά και επιδίωξη η νέα διακυβέρνηση. Ο όρος χρησιμοποιείται πλέον κατά κόρον, δίχως όμως την αναγκαία διασάφηση ως προς το περιεχόμενό του. Εξακολουθούν έτσι να παραμένουν αναπάντητα ερωτήματα που αναφέρονται στην αναγκαιότητα του όρου, καθώς και αν αυτός αποτελεί ένα ιδεολόγημα προεκλογικού τύπου ή μια βασική έκφραση των αιτημάτων του πολίτη στις σύγχρονες κοινωνίες.

Η απάντηση αυτού του ερωτήματος θα λέγαμε ότι συνάδει με την ίδια την έννοια του δημοκρατικού πολιτεύματος, των θεσμών, των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων αλλά και των νέων διακυβεύσεων, οι οποίες προβάλλουν και δοκιμάζουν την ικανότητα της διακυβέρνησης.

Ακριβώς το νόημα της ικανότητας προς διακυβέρνηση και των πρακτικών αποτελεσμάτων της για την καθημερινότητα και τη ζωή των πολιτών, βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της προβληματικής.

Τι εννοούμε όμως όταν λέμε ότι ένα κόμμα, ως φορέας αναγνώρισης της λαϊκής βούλησης είναι σε θέση να κυβερνήσει; Ποιες σταθερές διέπουν μια τέτοια προοπτική και με ποιο τρόπο μια κυβερνητική ηγεσία μπορεί να εμβαθύνει στα προβλήματα των πολιτών, στο να τα χειρίζεται με τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό, χωρίς να φετιχοποιεί τα φαινόμενα της πολιτικής και κοινωνικής παθολογίας;

Σε μια πρώτη παραδοχή μια αφετηριακή σκέψη, θα λέγαμε ότι η κυβερνητική ικανότητα σήμερα επηρεάζεται πρώτον, από το μέγεθος του κράτους και το ύφος της επαφής του με τον πολίτη και δεύτερον, από τον κοινωνικό προσανατολισμό του κράτους, απέναντι στην οικονομία και την κοινωνία των πολιτών.

Κοντολογίς, ο ριζικός επαναπροσδιορισμός των σχέσεων κράτους και πολίτη με την όποια ορολογική απόδοσή του (αλλαγή, εκσυγχρονισμός, επανίδρυση, συμμετοχική δημοκρατία) αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για τη μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα της λειτουργίας του κράτους και των δημόσιων υπηρεσιών, καθώς και για την ουσιαστικοποίηση της σχέσης του και της διάδρασής του με την κοινωνία των πολιτών.

Η όποια, πάντως, λεξιλογική πρόταξη και ιδεολογική συμπύκνωση, ξεφεύγοντας από συνθηματικές στρεβλώσεις και στείρες αντιπαραθέσεις, δίνει το στίγμα και κυρίως εκφράζει ως κατευθυντήρια αρχή τις πολιτικές παρεμβάσεις και τις μεταρρυθμιστικές τομές που επαγγέλλεται και θέλει να πραγματώσει ο κάθε πολιτικός φορέας.

Και εδώ έρχεται η ιδέα της νέας διακυβέρνησης ως απόπειρα εξισορρόπησης των τεσσάρων σφαιρών του κοινωνικού πράττειν (οικονομία, πολιτική, πολιτισμός, κοινωνικές σχέσεις), με έναν νέο, πιο πλούσιο προσδιορισμό της έννοιας του πολίτη.

Μία κατεύθυνση τέτοιας αξίωσης, όπως αυτή της νέας διακυβέρνησης, αναγνωρίζει ότι η προβληματική στον σύγχρονο πολιτικό λόγο δεν εξαντλείται πια σε αναφορές κλασικού τύπου ‘δεξιά- αριστερά’ αλλά στη σύνθεση αξιακών παραμέτρων (ισότητας και ελευθερίας) και στον τρόπο με τον οποίο είναι εφικτή η εναρμόνισή τους, προς χάριν της επίλυσης των προβλημάτων της κοινωνίας.

Ωστόσο, η πολιτική αναμέτρηση, πολλώ δε μάλλον υπό προεκλογικές συνθήκες επιβάλλει την παρουσίαση προγραμμάτων, στη βάση των οποίων θα πορευτεί η κάθε πολιτική δράση από τη θέση πια της κυβέρνησης και της άσκησης εξουσίας. Σε αυτήν ο κάθε σχηματισμός επικρίνει τον άλλο για ιδεολογικά και διανοητικά «δάνεια» και υφαρπαγή των θέσεών του.

Από την προοπτική της πολιτικής αποτελεσματικότητας είναι καλό που παρατηρείται μια διασταύρωση ή αλληλεπίδραση απόψεων, ακόμη και υπό μορφή «εννοιολογικών δανειοδοτήσεων». Και τούτο διότι τα σύγχρονα προβλήματα απαιτούν τον μέγιστο βαθμό διαβούλευσης και συναίνεσης μεταξύ πολιτών και πολιτικών δυνάμεων.

Από την οπτική όμως της ιδεολογικής και πολιτικής συνοχής, κάθε κόμμα κρίνεται από τον γνωσιολογικό και αναλυτικό του οπλισμό και την εξειδικευμένη επάρκειά του. Ο πολίτης τότε κρίνει ακριβώς με βάση αυτό το κυρίαρχο «σενάριο», που η κάθε πολιτική δύναμη προβάλλει ως προεκλογικό πρόγραμμα.

Το ζήτημα ακριβώς βρίσκεται στο αν ο πολίτης θα έχει πρωταγωνιστικό ή δευτερεύοντα πάλι ρόλο μετά τις εκλογές.

Εγγύηση αυτού, αν μπορεί να υπάρχει, καθώς πάντα ένα πέπλο άγνοιας αιωρείται, συνιστά ένα νέο πολιτικό και κοινωνικό συμβόλαιο, μία νέα και αμφίδρομη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στον πολίτη και στο κράτος.

Εδώ θα λέγαμε και ότι εδράζεται και το διαρκές ζητούμενο της ίδιας της πολιτικής: στον βαθμό αυτονομίας και αυτοπραγμάτωσης του πολίτη στο κοινωνικό και πολιτικό του διάβα, πράγμα που άπτεται της δυνατότητας εναρμόνισης της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, υπό το πρόταγμα ενός κοινωνικά προσανατολισμένου φιλελευθερισμού.

Το πρόταγμα αυτό αναδιπλώνεται σε ορισμένες βασικές πολιτικές παραδοχές, όπως οι ακόλουθες προγραμματικές αρχές:

1) σεβασμός στην ανοιχτή κοινωνία και στην κοινωνία των πολιτών, 2) προαγωγή της κοινωνικής αλληλεγγύης και συλλογικότητας, 3) τήρηση της αρχής της επικουρικότητας και της αποσυγκέντρωσης στη δράση του κράτους, 4) ενίσχυση της βιωσιμότητας, 5) προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης, 6) διασφάλιση μιας διαλογικής δημοκρατίας στο πλαίσιο μιας δημόσιας ηθικής υπευθυνότητας, 7) σεβασμό της δημοκρατικής αρχής σε όλους τους πολιτικούς και δημόσιους θεσμούς και 8) προώθηση ενός νέου και αναγκαίου για τα μέτρα της εποχής συστήματος διακυβέρνησης, με επανεννοιολόγηση ιδεολογικών θεμελίων και μεταρρυθμιστικών προτάξεων.

Οι αρχές αυτές συνιστούν, υπό μιαν έννοια, έναν άρρητο καταστατικό χάρτη δράσης της Πολιτείας, ο οποίος εμπλουτίζει τις συνταγματικές και ρητές θεσμίσεις και κυρίως την πολιτική, διοικητική και κοινωνική κουλτούρα του τόπου.

Η νέα δημόσια ηθική, ως σεβασμός της αυτονομίας και της ελευθερίας πάνω στους άξονες της συμμετοχής από τη μία, και του ελέγχου από την άλλη, είναι το κατεξοχήν εμπίστευμα ενός κοινωνικά προσανατολισμένου φιλελευθερισμού.

Ως αξιακή συνθήκη αυτών η έννοια της «επανίδρυσης» συνιστά τη στρατηγική επιλογή και προτεραιότητα του καιρού μας. Και αυτή δεν θα πρέπει να νοηθεί με την τεχνηέντως αποφατική και αποδομική της εκδοχή, αλλά με τη θετική της: ως δημιουργία ενός κράτους αποτελεσματικότητας και υπευθυνότητας, υπηρεσίας και όχι δυνάστευσης του πολίτη.

Με αυτόν τον τρόπο θα καταστεί δυνατή η γεφύρωση της ανοιχτής σκέψης και της πολιτικής πραγματικότητας, χωρίς να εγκλωβίζονται σε στείρες λογικές.

Αλλωστε και οι ανάγκες της εποχής μας αυτό επιτάσσουν και ο πολίτης στις μέρες μας το έχει πια αντιληφθεί.

(1)Ο κ. Αντώνης Μακρυδημήτρης είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

(2)Ο κ. Νικόλαος Παπαναστασόπουλος είναι υποψήφιος διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.