ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το τέλος της εικονικής πραγματικότητας

Στο προσκήνιο θα βρεθεί ξανά από σήμερα, και μάλιστα αυτή τη φορά πραγματικά, η οικονομία. O μύθος της ισχυρής οικονομίας και της ευφορίας που δημιουργούσε αυτοβαυκαλιζόμενη η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, δεν έχει πλέον καμία αξία.

Η αλήθεια είναι ότι για το οικονομικό επιτελείο του ΠΑΣΟΚ η οικονομία αποτελούσε μια άσκηση εικονικής πραγματικότητας, όπου τα πάντα εμφανίζονταν όπως ήθελαν ο κ. N. Χριστοδουλάκης, ο κ. K. Σημίτης, ο κ. Γ. Παπαντωνίου και άλλοι αναμορφωτές (στα χαρτιά) της χώρας μας.

Σύντομα θα αποδεχθεί ότι κάθε άλλο παρά ισχυρή ήταν η οικονομία. Εμφανιζόταν, βέβαια, ως τέτοια χάρη στις άοκνες προσπάθειες των «αγιογράφων κονδυλοφόρων», αλλά και των φιλικών προς την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Τόσο οι πρώτοι όσο και τα δεύτερα συνέβαλαν τα μέγιστα στην ωραιοποίηση οποιουδήποτε αρνητικού, για την κυβέρνηση, γεγονότος και στην εξαφάνιση ή περιθωριοποίηση, κάθε ίχνους κριτικής από οποιονδήποτε τολμούσε να αρθρώσει τον ελάχιστο αντίθετο λόγο.

Ετσι, με θαυμαστό τρόπο τα ελλείμματα του προϋπολογισμού μετατρέπονταν σε πλεονάσματα και τα χρέη εξαφανίζονταν ως διά μαγείας, αφού αυτό επιθυμούσαν οι «νεοεθνικόφρονες» εκσυγχρονιστές της οικονομίας, με πρωτεργάτη τον κ. Νίκο Χριστοδουλάκη.

Πληθωρισμός – ανταγωνιστικότητα

Μια σειρά από θλιβερά στοιχεία πιστοποιούν ένα είδος εποχής των λωτοφάγων, που επιθυμούσε να επιβάλει στην Ελλάδα (για πάντα, αν ήταν δυνατόν) η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.

– O πληθωρισμός κατατρώει το γλίσχρο εισόδημα των περισσότερων Ελλήνων και τούτο παρά το ότι η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία τον κρατούσε τεχνικά σε χαμηλά επίπεδα. Οι Ελληνες έχουν μεταβληθεί τα τελευταία χρόνια στο πλέον απαισιόδοξο λαό της E.E. αναφορικά με το μέλλον του. Τούτο το απλό γεγονός, αδυνατούσαν να το καταλάβουν τα κυβερνητικά στελέχη, που σε όλη την προεκλογική περίοδο αναμασούσαν τα τετριμμένα της ισχυρής οικονομίας και της υψηλής ανάπτυξης.

Ο ελληνικός πληθωρισμός είναι σε επίπεδα διπλάσια του κοινοτικού μέσου όρου και τούτο αποτελεί προάγγελο για αύξηση της ανεργίας.

Αντί να ασχοληθεί με αυτό η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ κατηγορούσε το προηγούμενο διάστημα τους δημοσιογράφους (με προεξάρχοντες υπουργούς το δίδυμο Τσοχατζόπουλου, Κουλούρη) για συντήρηση του ανατιμητικού κλίματος στην αγορά.

– H ανταγωνιστικότητα της οικονομίας (δηλαδή το τι πουλάμε ως χώρα στο εξωτερικό) κινείται καθεύδουσα και δύσκολα μπορεί να εξωραϊστεί από τις υποκειμενικές ερμηνείες βολεμένων υψηλόμισθων στον κρατικό μηχανισμό στελεχών. Το έλλειμμα στο ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών αντιστοιχεί στο 5% του ΑΕΠ και αποτελεί όχι καμπανάκι αλλά καμπάνα, για τις μελλοντικές εξελίξεις στην οικονομία.

Η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας συνδέεται σε μεγάλο βαθμό και με την καταπολέμηση της διαφθοράς, που έχει πάρει ενδημικές διαστάσεις στο Δημόσιο. Πώς να έρθουν ξένοι επιχειρηματίες ή να γίνουν επενδύσεις στη χώρα, όταν γνωρίζουν ότι στις εφορίες, κυριολεκτικά θα τους «γδύσουν»; Το περίεργο είναι ότι το γδύσιμο αυτό γινόταν με την απόλυτη ανοχή του επίσημου κράτους, που είχε θεσμοθετήσει (από την εποχή του κ. Γ. Παπαντωνίου) το μοίρασμα των εσόδων από το διαγούμισμα: μεταξύ εφοριακών και κρατικών ταμείων. Και αντί να αντιμετωπίσει το θέμα ο κ. Χριστοδουλάκης, δημιουργούσε νόμους και νόμους που δεν θεράπευαν αλλά επέτειναν το κακό.

Οι διαρθρωτικές αλλαγές

– Οι αποκρατικοποιήσεις ή καλύτερα οι μετοχοποιήσεις χρησιμοποιούνταν για να γεμίζουν τα κρατικά ταμεία (όσο γέμιζαν) που τελευταία χρησιμοποιούνταν για να πληρώνονται μισθοί και συντάξεις στο Δημόσιο. O κ. N. Χριστοδουλάκης επαιρόταν γι’ αυτήν την ένδειξη απόλυτης ένδειας, που αυτοδιαφήμιζε και ως δείγμα της φροντίδας του, για τις ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις.

– Οι διαρθρωτικές αλλαγές (που κατάντησαν να ακούγονται σαν ψέμα) εμφανίζονταν πάντα στην αρχή, αφού η προώθησή τους ενοχλούσε τόσο τις ισχυρές κρατικοδίαιτες συντεχνίες, αλλά και τα οικονομικά συμφέροντα που νέμονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το δημόσιο χρήμα. Κοινή συνισταμένη και των δύο η υποστήριξη προς την κυβέρνηση του κ. Σημίτη, που ήταν πραγματικά άοκνη (κυρίως από τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα) όλο το διάστημα της προεκλογικής εκστρατείας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα μηδέποτε γενόμενης διαρθρωτικής μεταρρύθμισης (αλλά εμφανιζόμενης ως πραγματοποιηθείσας και τεράστιας) ήταν εκείνη του Ασφαλιστικού. Το πρόβλημα δήθεν λύθηκε με τα 30ετή ομόλογα (κοινώς χαρτιά ή υποσχέσεις άνευ ουσίας) για τα οποία πανηγύριζαν τόσο ο υπουργός Εργασίας κ. Δ. Ρέππας όσο και ο έχων «ανεξάρτητη» γνώμη πρόεδρος της ΓΣΕΕ κ. κ. Χρ. Πρωτόπαπας.

– H ανεργία πετάει στα ύψη και βέβαια δεν ανταποκρίνεται στα μεγέθη που δίνει η Στατιστική Υπηρεσία του κ. N. Καραβίτη, παλαιού συνεργάτη του κ. Στέφανου Μάνου. H μεταολυμπιακή περίοδος δημιουργεί μεγαλύτερα ερωτήματα για το τι μέλλει γενέσθαι στο θέμα της απασχόλησης.

Δημοσιονομική αποκάλυψη

– Τα δημοσιονομικά αποτελούν κυριολεκτικά πληγή (που κακοφορμίζει) για την οικονομία. O κ. Χριστοδουλάκης και οι συνεργάτες του είχαν δημιουργήσει μια απόλυτα ψευδή εικόνα για τον προϋπολογισμό, που δέχονταν και στήριζαν τόσο στο Γενικό Λογιστήριο, αλλά και στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Το εύρος του ψεύδους στον κρατικό προϋπολογισμό -που ψηφίστηκε πρόσφατα από τη Βουλή- είναι τεράστιο και βέβαια είναι μεγάλες οι ευθύνες όλων εκείνων που συγκάλυψαν τα τεκταινόμενα.

– O προϋπολογισμός του 2000 βρίσκεται στα όρια της έκρηξης. Αιτία είναι ότι βρίσκεται κυριολεκτικά στον αέρα και «ανασαίνει» χάρη στα δανεικά που εξασφαλίζει η χώρα. Μόνο στο πρώτο δίμηνο δανειστήκαμε 16,1 δισ. ευρώ, με στόχο να φθάσουν τα 23 δισ. ευρώ, όπως μας πληροφόρησε πρόσφατα ο πρόεδρος του Οργανισμού Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους κ. Χρισ. Σαρδελής. Πάντως, από τον τελευταίο θα πρέπει να ζητηθούν κάποτε αναλυτικά πεπραγμένα για τα χρησιμοποιούμενα τα τελευταία χρόνια, σύγχρονα χρηματοοικονομικά εργαλεία, που μείωναν με μεγάλο κόστος για τον Ελληνα φορολογούμενο, το δημόσιο χρέος.

Στο β΄ εξάμηνο του 2004 ο προϋπολογισμός θα περάσει δεινά, καθώς έχει υπονομευθεί απόλυτα από την υποσχεσιολογία του ΠΑΣΟΚ, που για να κερδίσει τις εκλογές υποσχέθηκε τα πάντα σε όλους.

– Περί του Χρηματιστηρίου, ό,τι και να ειπωθεί ακούγεται ως ψέμα. H διετία 1999 – 2000 σημάδευσε θανάσιμα την ελληνική κεφαλαιαγορά, που ακόμα και σήμερα δυσκολεύεται να βρει τον βηματισμό της. Λίγο πριν από τις προηγούμενες εκλογές του 2000, ο πολύς κ. Γ. Παπαντωνίου υποσχόταν τέλος της αβεβαιότητας μετά το πέρας εκείνων των εκλογών. Παραμύθια της Χαλιμάς, καθώς όπως αποδείχθηκε έκτοτε η υπόθεση «Χρηματιστήριο» τότε, ποδηγετούνταν μέσω της κρατικής ΔΕΚΑ, τα λεφτά της οποίας (δηλαδή των Ελλήνων φορολογουμένων) κάποια στιγμή τελείωσαν. Ουδείς βέβαια εκ των πρωταγωνιστών του εγκλήματος του Χρηματιστηρίου πλήρωσε μέχρι σήμερα για τα τρισεκατομμύρια δραχμές που χάθηκαν τότε!

Οι κοινοτικοί πόροι

– Σοβαρό είναι επίσης το θέμα των κοινοτικών πόρων, η απορρόφηση των οποίων κινείται με αργούς ρυθμούς. Το συγκεκριμένο πρόβλημα συνδέεται και με την αδυναμία των κρατικών μηχανισμών να σχεδιάσουν και να υλοποιήσουν τα προγράμματα. Από το B΄ ΚΠΣ μάθαμε μόλις πρόσφατα ότι χάσαμε οριστικά τα τελευταία 520 εκατ. ευρώ. Αν αυτά προστεθούν στα 500 εκατ. ευρώ που είχαν απολεσθεί από το B΄ ΚΠΣ ένα χρόνο πριν, τότε οι απώλειες αγγίζουν το 1 δισ. ευρώ. Στο ρητορικό ερώτημα γιατί δεν μας έδωσαν τα χρήματα, η απάντηση είναι: γιατί δεν θεώρησαν σοβαρά τα δικαιολογητικά με τις δαπάνες που εμφανίσαμε!

Τα προβλήματα του B΄ ΚΠΣ επεκτείνονται και στο Γ΄ ΚΠΣ, το οποίο ενώ διάγει τον πέμπτο χρόνο της ζωής του εμφάνισε στις 31/12/03 απορρόφηση της τάξης του 22,6%. Συγκεκριμένα, απορροφήθηκαν 7,1 δισ. ευρώ από τα 31,57 δισ. ευρώ που είναι η συνολική δημόσια δαπάνη για το Γ΄ ΚΠΣ (2000 – 2006).

– Τεράστιο βάρος και χάος στα δημόσια οικονομικά επισώρευσαν οι τεράστιοι εξοπλισμοί των τελευταίων ετών, για τους οποίους διατέθηκαν περισσότερα από 17 τρισ. δραχμές. Τα περισσότερα εξ αυτών βαρύνουν τις ερχόμενες γενιές, καθώς το ΠΑΣΟΚ έκανε την παραγγελία, έδινε τις μίζες, αλλά έστειλε τη συναλλαγματική για να πληρωθεί στους επόμενους. Οι αλήστου μνήμης εποχές που το ΠΑΣΟΚ, διά στόματος του κ. Παπαντωνίου επέλεγε δήθεν το βούτυρο και όχι τα κανόνια (με αφορμή την υπόθεση των αεροσκαφών Eurofighter) αποδείχθηκε τελικά ότι κόστισαν πανάκριβα. Και βέβαια, φάνηκε ξεκάθαρα ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ φύλαγε το βούτυρο για τους φίλους της προμηθευτές του Δημοσίου, τους μεγαλοεργολάβους, αλλά και τους μεσάζοντες των όπλων.

– Αγνωστο είναι, τέλος, και το κόστος της Ολυμπιάδας, που κατά την κυβέρνηση ανέρχεται στα 4,6 δισ. ευρώ. Είναι βέβαιο ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερο, καθώς περί τούτου μαρτυρούν και πληροφορίες από υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη που κάνουν λόγο για υπερβάσεις που θα ξεπεράσουν το 30%.