ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μάνατζερ και πολιτικοί προϊστάμενοι σε μια δοκιμασία χημείας στις ΔΕΚΟ

Τα εγχειρίδια του καλού μάνατζερ μικρή βοήθεια μπορούν να προσφέρουν στη νέα κυβέρνηση προκειμένου αυτή να καταλήξει στην επιλογή των κατάλληλων ανθρώπων για τις κατάλληλες θέσεις.

Κατά τη μετάβαση από την προεκλογική περίοδο στη μετεκλογική εβδομάδα, η μακροσκελής λίστα των υποψηφίων συρρικνούται με ραγδαίους ρυθμούς, κυρίως για αντικειμενικούς λόγους. Ουδείς αμφιβάλλει ότι στην εγχώρια, και όχι μόνον, αγορά υπάρχουν στελέχη ικανά, με γνώσεις, εμπειρία και μια γκάμα ζηλευτών προσόντων. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η επιλογή είναι εύκολη υπόθεση.

Η προσπάθεια της προηγούμενης κυβέρνησης να θεσμοθετήσει κανόνες επιλογής μάνατζερ, ενισχύοντας την αξιοπιστία των οργανισμών και διασφαλίζοντας την ανεξαρτησία της λειτουργίας τους, θεωρητικά ήταν σωστή, αλλά στην πράξη ελάχιστες εφαρμογές μπορούμε να μετρήσουμε.

Η διενέργεια διεθνών διαγωνισμών και προσκλήσεων για την πρόσληψη μάνατζερ αποτελεί ένα βήμα «εξευρωπαϊσμού» τουλάχιστον σε επίπεδο υιοθέτησης πρακτικών και διαδικασιών, το οποίο όμως σε πολλές περιπτώσεις έμεινε μετέωρο, είτε λόγω αδυναμίας προσέλκυσης σοβαρών υποψηφιοτήτων είτε λόγω αδυναμίας της πολιτικής ηγεσίας να ακολουθήσει τους κανόνες που η ίδια είχε υιοθετήσει.

Ολοι συμφωνούν ότι βασικά και αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης και επιλογής ενός σύγχρονου μάνατζερ είναι οι ικανότητες, η γνώση του αντικειμένου, η εμπειρία και η προηγούμενη επιτυχής πορεία. Οταν πρόκειται όμως για τις ανώτατες θέσεις διοίκησης ΔΕΚΟ, οργανισμών και εταιρειών ή τραπεζών του δημόσιου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, θα πρέπει επίσης να ταιριάζει η χημεία των μάνατζερ με τους πολιτικούς τους προϊσταμένους. H νέα κυβέρνηση καλείται τώρα να εφαρμόσει τα προγράμματά της, τις πολιτικές που ανέδειξε προεκλογικά και που της έδωσαν τη λαϊκή εντολή. Και σ’ αυτό το πλαίσιο καλείται να επιλέξει συνεργάτες και όχι απλώς να διορίσει νέους διοικητές.

Η θεωρητικά εύκολη επιλογή, μεταξύ πολλών ικανών στελεχών του ιδιωτικού τομέα, παραείναι απλουστευτική. Τα ανώτερα στελέχη καριέρας του ιδιωτικού τομέα στην πλειοψηφία τους έχουν καταξιωθεί στην αγορά, αμείβονται -και ορθά- «πλουσιοπάροχα» σε σχέση με τις αντίστοιχες αμοιβές του δημόσιου τομέα και κρίνονται σχεδόν πάντα με γνώμονα την αποτελεσματικότητά τους.

Στον δημόσιο τομέα, η αποτελεσματικότητα είναι συνδυασμός εντιμότητας, ικανοτήτων, σωστής και ευέλικτης διαχείρισης ανθρώπινου δυναμικού (ειδικά μάλιστα στις περιπτώσεις ισχυρών συνδικαλιστικών σωματείων), αλλά και πολιτικών ισορροπιών σε συνδυασμό με τον βαθμό «αντίστασης» του κάθε μάνατζερ σε κομματικο-πολιτικού τύπου επιταγές (π.χ. για προσλήψεις, διαγωνισμούς, αναθέσεις έργων κ.λπ.).

Παράλληλα, η διοικητική επιτυχία, είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, κρίνεται εκ του αποτελέσματος, αλλά καθορίζεται σε επίπεδο διοικητικής πυραμίδας. Ακόμα και ο άριστος μάνατζερ θα αποτύχει με μαθηματική ακρίβεια, εάν με τη σειρά του δεν έχει επιλέξει τους σωστούς και κατάλληλους συνεργάτες.

Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί κατά την 30ετία από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, σε επίπεδο εθνικής κουλτούρας και διαμόρφωσης ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοκρατικής αντίληψης, είναι αφελής όποιος πιστεύει ότι η αξιοκρατία είναι υπεράνω είτε προσωπικών και οικογενειακών είτε συντεχνιακών ή κομματικών συμφερόντων.

Ακριβώς γι’ αυτό η διαδικασία επιλογής νέων μάνατζερ στο Δημόσιο μεταξύ των άξιων του ιδιωτικού τομέα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Και πιο δύσκολη απ’ όλες είναι η επιλογή νέων ηγεσιών στις ΔΕΚΟ και τους λοιπούς οργανισμούς του Δημοσίου που δεν κατόρθωσαν να διαμορφώσουν σύγχρονες δομές διοίκησης και λειτουργίας και να εφαρμόσουν ένα αξιοπρεπές σύστημα διαφανούς και αξιοκρατικής διαχείρισης του προσωπικού, αναβαθμίζοντας έτσι την παραγωγική ικανότητα, τόσο του ανθρώπινου δυναμικού όσο και του ίδιου του οργανισμού.

Μια τέτοια χαρακτηριστική και τραγική συνάμα περίπτωση είναι αυτή του OTE, του πάλαι ποτέ κραταιού μονοπωλιακού γίγαντα, που μόλις βρέθηκε αντιμέτωπος με τις δυνάμεις της αγοράς αποκαλύφθηκε η γύμνια του. Είναι εύκολο να επιρρίπτει κανείς ευθύνες στους εκάστοτε μάνατζερ του OTE, όμως η κύρια πηγή του προβλήματος είναι πολιτική.

Αντίθετα υπάρχουν περιπτώσεις, όπως π.χ. της Εθνικής Τράπεζας, όπου η πρόοδος είναι εμφανής και όχι μόνον στα οικονομικά της αποτελέσματα.

Η οικονομική ανάπτυξη της χώρας δεν είναι έννοια αφηρημένη ούτε προσδιορίζεται αποκλειστικά και μόνον από τους δημοσιονομικούς δείκτες. H ισχυρή οικονομία προϋποθέτει υγιείς, κερδοφόρες δημόσιες και ιδιωτικές επιχειρήσεις που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του πνεύματος εργασίας και παράγουν πλούτο. Δουλειά της κυβέρνησης είναι να διαμορφώσει συνθήκες ανάπτυξης της επιχειρηματικότητας, να κατοχυρώσει ίσες ευκαιρίες για όλους τους εργαζομένους και να διασφαλίσει τη δίκαιη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου. Δεδομένου ότι η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, η επιλογή των κατάλληλων προσώπων μπορεί να προσδιορίσει το τελικό αποτέλεσμα. Αλλωστε, ο ιδιωτικός τομέας αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οπως στο παρελθόν έτσι και τώρα θα σπεύσει να «κλείσει» τους καλύτερους από αυτούς που θα «απελευθερωθούν» και να αξιοποιήσει-εκμεταλλευθεί συσσωρευμένη εμπειρία, διαπροσωπικές σχέσεις και επαφές παρέχοντας μεγάλες αμοιβές για έτοιμα στελέχη καριέρας.

Το δυστύχημα με τον δημόσιο τομέα είναι ότι κάθε φορά η κάθε νέα κυβέρνηση κατακλύζεται από υπερπροσφορά αποτυχημένων πολιτευτών και μωροφιλόδοξων υποψήφιων διοικητών με παντελή έλλειψη αυτογνωσίας, στους οποίους πρέπει να αντισταθεί. Σε όποιους επιλέξει οφείλει να παράσχει τα αναγκαία εφόδια διευκολύνοντας τη δουλειά τους, αλλιώς είναι ωσάν να αναζητούμε ιδανικούς αυτόχειρες.