ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΑΘΕΑΤΗ ΟΨΗ

H αξιοκρατία στον μεγάλο δημόσιο τομέα ποτέ δεν ήταν το πλεονέκτημα της χώρας. Και επειδή το μέγεθος του δημόσιου τομέα είναι τεράστιο, ίσως το μεγαλύτερο στην Ευρώπη, η απουσία αξιοκρατίας δεν είναι «ειδικό» θέμα της δημόσιας διοίκησης, έχει ευρύτερες επιπτώσεις.

Τις τελευταίες εβδομάδες, μια πολυπληθής ομάδα περίπου τριών χιλιάδων στελεχών που βρίσκονται στις κορυφαίες θέσεις του κρατικού μηχανισμού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αισθάνονται ότι μετά τις εκλογές αλλάζει η ζωή τους. Μαζί μ’ αυτούς, ένας ακόμα μεγαλύτερος αριθμός ατόμων που ενδιαφέρονται να καταλάβουν τις ίδιες θέσεις βρίσκονται σε εγρήγορση.

Πίσω όμως από το βουνό των ελπίδων και των απορρίψεων που συνθέτουν οι προσωπικές ιστορίες χιλιάδων ανθρώπων, διαμορφώνεται ένα σκοτεινό τοπίο. H ευρύτερη κρατική διοίκηση κινείται χωρίς αξιοκρατία, χωρίς μέθοδο αξιολόγησης. Με προσωπικό που δεν έχει ελπίδες, επειδή γνωρίζει ότι δεν μπορεί να καταλάβει τις ανώτατες θέσεις ευθύνης και απολαβών χωρίς πολιτική υποστήριξη. Αλλά ακόμα και αν φθάσει στις υψηλές θέσεις της ιεραρχίας, οι απολαβές του θα είναι σχετικά χαμηλές, χαμηλότερες από τις ανάλογες του ιδιωτικού τομέα.

Αυτό το πρόβλημα χαμηλών αποδοχών για τα στελέχη του δημόσιου τομέα επιχειρήθηκε τα τελευταία χρόνια να ξεπεραστεί με την πρόσληψη στελεχών από τον ιδιωτικό τομέα και τις ανάλογες αμοιβές. Στην πράξη αυτό που έγινε είναι να βαπτίζονται «επαγγελματίες μάνατζερ» οι κομματικοί εκλεκτοί. Και έχοντας το φωτοστέφανο των στελεχών, εξασφάλιζαν αμοιβές ανώτερες σε ορισμένες περιπτώσεις και από τον ιδιωτικό τομέα. Μαζί με τις αμοιβές συχνά εξασφάλιζαν και συμβόλαιο κατά προτίμηση μεγαλύτερης διάρκειας από την κυβερνητική θητεία, ώστε αν αλλάξει η κυβέρνηση (ή ο αρμόδιος υπουργός) να εισπράξουν γενναία αποζημίωση.

Υπολογίζεται ότι αν η σημερινή κυβέρνηση αποφασίσει να σπάσει όλα τα συμβόλαια των αξιωματούχων, εφόσον βέβαια οι ίδιοι διεκδικήσουν αποζημίωση, θα απαιτηθεί ένα ποσό περίπου 10-12 εκατ. ευρώ! Υποτίθεται ότι όλοι τους είναι διαλεγμένα στελέχη που ήρθαν από τον ιδιωτικό τομέα και προτίμησαν να… θυσιαστούν υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, εγκαταλείποντας παχυλά αμειβόμενες θέσεις. Το πρόβλημα δεν είναι απλό και δεν επιδέχεται εύκολες λύσεις. Δεν λύνεται με γενική μείωση αποδοχών για όλα τα στελέχη. Απαιτεί την καθιέρωση κάποιου συστήματος αξιολόγησης των στελεχών, ενδεχομένως τη σύνδεση των αμοιβών με κάποιο μέτρο απόδοσης. H μετάγγιση στελεχών απο την αγορά είναι χρήσιμη, με την προϋπόθεση ότι γίνεται με αξιοπιστία και πραγματικά αδιάβλητα κριτήρια.

Αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ίσως η καθιέρωση διαφανούς συστήματος ελέγχου των πεπραγμένων. Ειδικά στις κρατικές εταιρείες που λειτουργούν με τη μορφή A.E., το κράτος πρέπει να ασκεί ρόλο ενεργού μετόχου. Σε φορείς όπως τα νοσοκομεία και οι δήμοι που δεν έχουν μάθει να λειτουργούν ως εταιρείες αλλά ως δημόσιες υπηρεσίες και διαχειρίζονται επιχορηγήσεις και δαπάνες, αδιαφορώντας για τα έσοδα που φέρνουν, πρέπει να αλλάξει η νοοτροπία. Στη στενή δημόσια διοίκηση πρέπει να τονωθεί το αίσθημα ευθύνης, αλλά και εξυπηρέτησης του πολίτη.

Εως τώρα το δείγμα γραφής που έχουμε είναι ότι αποφεύχθηκε κάποιου είδους επέλαση νέων στελεχών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και αυτό είναι θετικό. Οπως θετικές ακούγονται και οι πρώτες επιλογές. Είναι όμως πολύ νωρίς για να διαμορφώσουμε συνολική εικόνα.