ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εμπορία πετρελαιοειδών: εξασφάλιση ποιότητας προς το συμφέρον του καταναλωτή

Σε ό,τι αφορά τον πετρελαϊκό τομέα, τα πράγματα εδώ είναι πιο απλά. Η αγορά εμπορίας πετρελαιοειδών είναι ήδη πλήρως απελευθερωμένη με έντονο ανταγωνισμό μεταξύ των εταιρειών εμπορίας, αλλά και μεταξύ των δύο διυλιστηριακών ομίλων (ΕΛΠΕ και MOTOROIL), παρά το γεγονός ότι τα ΕΛΠΕ εμφανίζονται προς το παρόν να μονοπωλούν σχεδόν την παραγωγή. Η προτεραιότητα εδώ είναι η εξασφάλιση ποιότητας προς το συμφέρον του καταναλωτή με την πάταξη της λαθρεμπορίας και της νοθείας μέσω της εντατικοποίησης των ελέγχων από τα συνεργεία του ΥΠΑΝ, των γνωστών ΚΕΔΑΚ, και την εμπέδωση ενός πνεύματος προσφοράς ποιοτικών προϊόντων και αναβαθμισμένων υπηρεσιών.

Το πρόβλημα που θα κληθεί πολύ σύντομα να αντιμετωπίσει η νέα κυβέρνηση έχει να κάνει με την άνοδο των διεθνών τιμών πετρελαίου. Η τιμή του αργού τύπου Brent κινείται σταθερά στα 33 δολ./βαρέλι τον τελευταίο μήνα με προοπτική πριν από το καλοκαίρι να φθάσει τα 40 δολ/βαρέλι. Οι αναλυτές ομιλούν εδώ και αρκετό καιρό για το τέλος της εποχής του φθηνού πετρελαίου. Ενας συνδυασμός παραγόντων, όπως η μείωση των αμερικανικών αποθεμάτων και η μη έγκαιρη αναπλήρωσή τους (εν όψει της καλοκαιρινής σεζόν οπότε αυξάνεται η ζήτηση), η συνεχιζόμενη καλπάζουσα ζήτηση από την Κίνα, η διεθνής πολιτική αβεβαιότητα λόγω των τρομοκρατικών επιθέσεων της Αλ Κάιντα και την ανεξέλεγκτη πλέον κατάσταση στο Παλαιστινιακό, καθώς και η στάση του ΟΠΕΚ για μείωση της παραγωγής (εκμεταλλευόμενος σαφώς τη διεθνή συγκυρία για αποκόμιση κερδών), έχει οδηγήσει και θα οδηγεί για τους επόμενους μήνες τις τιμές του μαύρου χρυσού στα ύψη.

Ηδη τα αποτελέσματα των υψηλών διεθνών τιμών είναι ορατά στην ελληνική αγορά, με τις τιμές για αμόλυβδη να έχουν σκαρφαλώσει στα ύψη (π.χ. η αμόλυβδη ήδη πωλείται στα 80 cents/λίτρο) με την καθόλου απίθανη προοπτική μέχρι το καλοκαίρι να φθάσει το ένα και πλέον ευρώ ανά λίτρο. Η προστατευτική ασπίδα του ακριβού ευρώ έναντι του δολαρίου, η οποία μέχρι στιγμής είχε εμποδίσει τις αυξήσεις στις διεθνείς τιμές να μεταφερθούν στην τοπική αγορά, δεν θα ισχύει για πολύ ακόμα, καθ’ ότι ισχυροποιείται ελαφρώς το δολάριο, ενώ οι αυξήσεις στις διεθνείς τιμές προβλέπονται αλματώδεις.

Εδώ η κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα, αφού δεν είναι σε θέση να εμποδίσει τις αυξήσεις στα προϊόντα, οι οποίες έτσι κι αλλιώς πλήττουν όλη την Ευρωζώνη με λίγο πολύ τον ίδιο αντίκτυπο στον πληθωρισμό κάθε χώρας. H κυβέρνηση όμως θα μπορούσε να ωφεληθεί η ίδια από αυτήν τη συγκυρία αυξάνοντας τον ειδικό φόρο κατανάλωσης και ενισχύοντας έτσι άμεσα τα έσοδά της.

Υψηλές τιμές πετρελαίου όμως σημαίνουν και ενδυνάμωση των ευκαιριών για ανακάλυψη νέων πετρελαϊκών κοιτασμάτων σε περιοχές οι οποίες με χαμηλές τιμές θεωρούνται οριακές (marginal). Μία τέτοια περίπτωση είναι η Ελλάδα, η οποία παρά το γεγονός ότι διαθέτει αξιόλογα κοιτάσματα στο Βόρειο Αιγαίο και τη Δυτική Ελλάδα η μέχρι τώρα θέση του εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ απαγόρευε κάθε έρευνα με το απλοϊκό και ανεύθυνο επιχείρημα ότι η χώρα μας είναι φτωχή σε φυσικούς πόρους και άρα μας συμφέρουν οι εισαγωγές. (Σε αντίθεση με το παραδοσιακό ΠΑΣΟΚ που υποστήριζε ακριβώς το αντίθετο τη δεκαετία του ’80!). Εδώ πράγματι υπάρχει μία ευκαιρία και θα πρέπει η κυβέρνηση να αποδεσμεύσει το συντομότερο τα ΕΛΠΕ από την υποχρέωση διενέργειας διαγωνισμών για παραχωρήσεις και να αναδιοργανώσει τον κρίσιμο αυτόν τομέα υπό την ομπρέλα της ΡΑΕ ή του ΥΠΑΝ. Η κυβέρνηση πρέπει και μπορεί να εκμεταλλευτεί τη διεθνή θετική συγκυρία και να οργανώσει εκ νέου έρευνες εντός του ελλαδικού χώρου, τις οποίες όμως θα συντονίζει και θα διευθύνει η ίδια, τόσο μέσω διεθνών διαγωνισμών βάσει του πολύ πετυχημένου Ν. 2289/95 όσο και με τη μέθοδο αναθέσεων (farm out). Σε κάθε περίπτωση, η έρευνα υδρογονανθράκων θα πρέπει να επανέλθει σε πρώτο πλάνο με σοβαρή κυβερνητική υποστήριξη και όχι να αφεθεί στην τύχη της, όπως συνέβη τα τελευταία έξι χρόνια.