ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μείωση μισθών και ευέλικτες συμβάσεις προτείνει ο ΟΟΣΑ

Αυστηρές και ανατρεπτικές, ως προς την προστασία που παρέχει η εργατική νομοθεσία στις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, είναι οι προτάσεις που διατυπώνει ο ΟΟΣΑ στην έκθεση για την ελληνική οικονομία το 2003.

Σύμφωνα με την έκθεση η οποία ακόμη δεν έχει δημοσιοποιηθεί επισήμως, η εμμονή της ανεργίας σε υψηλά ποσοστά (9,4%), παρά τον υψηλό ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ (4%)* επιβάλλει μεταρρυθμίσεις με τις εξής στοχεύσεις:

«Τη μείωση των υψηλών μισθών εισόδου στην αγορά εργασίας, την υιοθέτηση του δικαιώματος εξαίρεσης (opting out) από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τη γενική μείωση του μη μισθολογικού κόστους εργασίας, τη χαλάρωση της προστασίας που παρέχει η εργατική νομοθεσία, ιδιαίτερα για τους υπαλλήλους, την εξάλειψη των εμποδίων της εργασιακής κινητικότητας, με τη μείωση της φορολογίας μεταβίβασης ακινήτων και τη βελτίωση της αντιστοίχισης θέσεων εργασίας από τις δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης».

Οι προτροπές του ΟΟΣΑ δεν περιορίζονται στο σκέλος των συλλογικών συμβάσεων και των εισαγωγικών μισθών. Αγγίζουν όλο το φάσμα των εργατικών αποδοχών, των υψηλόμισθων στελεχών αλλά και των αποζημιώσεων.

Πρόκειται για απόψεις, που διαπερνούν σχεδόν όλες τις ετήσιες εκθέσεις του Οργανισμού.

Ωστόσο, η επαναδιατύπωσή τους, η αποτίμηση των δύο εργασιακών νόμων που ψηφίστηκαν την τελευταία τετραετία και η έμφαση που δίδεται στο αποκαλούμενο opting-out, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην παρούσα περίοδο κατά την οποία εκκρεμεί η υπογραφή της εθνικής συλλογικής σύμβασης εργασίας και οι κλαδικές συμφωνίες σε αρκετούς τομείς.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα τι προτείνει ο ΟΟΣΑ για την ελληνική αγορά εργασίας.

Κατ’ αρχάς εστιάζει την προσοχή του «στο πρόβλημα των ανεπαρκών μισθολογικών διαφοροποιήσεων» εννοώντας ότι το επίπεδο των κατώτατων μισθών είναι αρκετά υψηλό, σε σχέση με το σύνολο των αποδοχών κι ως εκ τούτου πρέπει να κλείσει η διαφορά. Επίσης, επιμένει στη λήψη μέτρων, ώστε να μειωθεί το υψηλό μη μισθολογικό κόστος (ασφαλιστικές εισφορές) και τάσσεται κατά των αυστηρών διατάξεων που προστατεύουν τη διατήρηση της απασχόλησης, κυρίως των υπαλλήλων (white collar workers). Ακόμη, διατυπώνει ιδέες για να αρθούν τα εμπόδια στην περιορισμένη προσφορά και ζήτηση της μερικής απασχόλησης.

Ποσοστό απολύσεων

Αποτιμώντας τα μέτρα του εργασιακού νόμου (Γιαννίτση) με τον οποίο διαφοροποιήθηκε μετά τον Απρίλιο του 2001, το επιτρεπόμενο ποσοστό ομαδικών απολύσεων, οι συντάκτες της έκθεσης υποστηρίζουν ότι συνέβαλαν σε ένα βαθμό «στην αύξηση της ευελιξίας» στη χρήση των υπερωρίων, της μερικής απασχόλησης και των «ομαδικών απολύσεων». Υπενθυμίζεται ότι με τις νομοθετικές αλλαγές του 2001 «το όριο του 2%» στις ομαδικές απολύσεις εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις με προσωπικό 200 εργαζομένων και άνω. Οι επιχειρήσεις που απασχολούν μεταξύ 20 και 199 εργαζόμενους, επιτρέπεται να απολύουν τέσσερα άτομα κάθε μήνα.

Ομως, όπως υποστηρίζουν, η επίδραση αυτών των μέτρων έχει ήδη εξαντληθεί. Γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, επιβάλλει νέες μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις.

Συλλογικές συμβάσεις

Στην καρδιά αυτών των μεταρρυθμίσεων πρέπει να είναι οι βαθύτερες μισθολογικές διαφοροποιήσεις υιοθετώντας «το δικαίωμα της εξαίρεσης από τις συλλογικές συμβάσεις» ιδιαίτερα για τις μικρού μεγέθους επιχειρήσεις. H διαφοροποίηση στις αμοιβές πρέπει να είναι εμφανής, σε τοπικό και επιχειρησιακό επίπεδο, επιμένει ο ΟΟΣΑ. Πολύ περισσότερο, προτείνει η μισθολογική διαφοροποίηση να αφορά τον εισαγωγικό μισθό, «το ύψος του οποίου ευθύνεται για περισσότερο από το 50% των μέσων αποδοχών που λαμβάνουν οι υπάλληλοι και το διοικητικό προσωπικό, στη βιομηχανία». Κι αυτό, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, εμποδίζει τη βελτίωση των αποζημιώσεων για τους ανειδίκευτους εργάτες.

Η έκθεση του ΟΟΣΑ προχωρεί ακόμη περισσότερο, θέτοντας στο κέντρο της προσοχής και το ύψος των αποζημιώσεων που καταβάλλονται από τον εργοδότη σε υπαλλήλους και εργάτες με την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας. Μόνο που εδώ δεν γίνεται λόγος για αύξηση της αποζημίωσης των εργατών προκειμένου να προσεγγίσουν τα επίπεδα των αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργάτες, όπως διεκδικεί επί χρόνια η ΓΣΣΕ, αλλά για το ακριβώς αντίθετο. «H ευελιξία στην απασχόληση θα μπορούσε να βελτιωθεί σημαντικά εάν οι υψηλές αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους (white collars) προσέγγιζαν το (χαμηλό) επίπεδο των εργατικών αποζημιώσεων» αναφέρει χαρακτηριστικά.

Αρση προστασίας

Με αυτόν τον τρόπο και εν γένει με την άρση της προστασίας που απολαμβάνουν με την εργατική νομοθεσία οι υψηλόμισθοι εργαζόμενοι και τα στελέχη των επιχειρήσεων, θα ανοίξει ο δρόμος για την αύξηση της απασχόλησης των νέων και των λιγότερο καταρτιζόμενων εργαζομένων.

Οι συντάκτες της έκθεσης υπενθυμίζουν ότι το κόστος της αποζημίωσης για τους υπαλλήλους με προϋπηρεσία 28 χρόνων στον ίδιο εργοδότη, ανέρχεται σε 24 μισθούς. Ομως, για τους εργάτες, με 30 και περισσότερα χρόνια προϋπηρεσίας, το ποσό της συνολικής αποζημίωσης με την απόλυση δεν υπερβαίνει το ύψος των 150 ημερομισθίων.

Ασφαλιστικό

Στην κατεύθυνση αύξησης της απασχόλησης εργαζομένων μεγάλης ηλικίας, είναι και οι προτάσεις που διατυπώνει η έκθεση του ΟΟΣΑ για το συνταξιοδοτικό και ειδικότερα για τον περιορισμό της πρόωρης συνταξιοδότησης… Σε αυτόν τον τομέα γίνεται σαφής αναφορά σε μια πιθανή αλλαγή του τρόπου υπολογισμού των συντάξεων. «H μεταρρύθμιση στην Ελλάδα πρέπει να στοχεύει στη σύνδεση των συντάξιμων αποδοχών με το σύνολο των αποδοχών κατά τη διάρκεια του εργάσιμου βίου» και όχι με τους μισθούς της τελευταίας πενταετίας, υποστηρίζουν οι συντάκτες της έκθεσης.

«Παρότι η ονομαστική ηλικία συνταξιοδότησης είναι στα 65 για τους άνδρες, μόνο το 15,5% συνταξιοδοτείται σε αυτήν την ηλικία» αναφέρεται στην έκθεση.

Το υψηλό ποσοστό πρόωρης συνταξιοδότησης αποδίδεται στις αναπηρικές συντάξεις και στις ειδικές συνθήκες που επικρατούν στον τομέα των βαρέων και ανθυγιεινών εργασιών.

Επιπλέον οι συντάκτες της έκθεσης χαρακτηρίζουν ως ένα εν δυνάμει αντικίνητρο για την παράταση του εργασιακού βίου τον υπολογισμό της σύνταξης βάσει της τελευταίας πενταετίας και όχι βάσει των καλύτερων πέντε χρόνων της τελευταίας δεκαετίας. «Παρότι αυτός ο τρόπος υπολογισμού (βάσει του μέσου όρου των μισθών της τελευταίας πενταετίας) μπορεί να μειώσει λίγο το επίπεδο των συντάξεων, ταυτοχρόνως αποθαρρύνει τους μεγαλύτερης ηλικίας και λιγότερο παραγωγικούς εργαζόμενους, να αποδεχτούν χαμηλότερους μισθούς και παράταση του εργασιακού βίου.

Επιπλέον, αυτός ο τρόπος υπολογισμού εκτιμάται ότι δίδει τη δυνατότητα συμπράξεων μεταξύ εργοδοτών – εργαζομένων για τη μετατόπιση των αυξήσεων κατά την προσυνταξιοδοτική περίοδο».

(1) H εκτίμηση αφορά την έκθεση του ΟΟΣΑ.