ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

H ατζέντα για την οικονομία και το feeling των επιχειρήσεων

Τις τελευταίες ημέρες άρχισε να δημιουργείται στην αγορά κλίμα αμηχανίας και προβληματισμού, εξαιτίας της μετάθεσης των αποφάσεων που αφορούν στην οικονομία, για ένα ακόμη εξάμηνο. Πράγματι, η πολιτική επιλογή της κυβέρνησης, να μην ανοίξει έως τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων τα άλλα μεγάλα ζητήματα, μπορεί να φαίνεται αρκετά εύλογη στα μάτια της κοινής γνώμης, αλλά δεν μπορεί να πει κανείς ότι γεμίζει και με ενθουσιασμό τους εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου. Κάθε άλλο. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, αντιθέτως, ότι έχει προκαλέσει ερωτήματα σχετικά με τις προθέσεις της κυβέρνησης και το σχέδιο μεταρρυθμίσεων που επιβάλλεται να προωθήσει για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας και τη σύγκλιση με τις άλλες ευρωπαϊκές.

Εάν υπολογίσει κανείς τον χρόνο που πέρασε ανεκμετάλλευτος μετά την απόφαση του K. Σημίτη να βαδίσει η χώρα σε εκλογές -από τον περασμένο Δεκέμβριο- αντιλαμβάνεται ότι το «νεκρό» διάστημα είναι πολύ μεγάλο για αυτήν την κρίσιμη από πλευράς εξελίξεων περίοδο. Σε ένα μήνα από σήμερα -για παράδειγμα- το τοπίο αλλάζει εντυπωσιακά, καθώς την πόρτα της Ευρωπαϊκής Ενωσης θα περάσουν άλλα δέκα νέα κράτη-μέλη, οξύνοντας τον ανταγωνισμό σε όλα τα επίπεδα. Ποια είναι η προετοιμασία της ελληνικής οικονομίας απέναντι σε αυτήν την προοπτική;

Την περασμένη εβδομάδα δημοσιεύτηκαν στους Financial Times τα συμπεράσματα έρευνας που διενήργησε η εταιρεία Roger Huggins Associates, για την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών. Το πλέον δυσάρεστο δεν είναι ότι η Ελλάδα κατέλαβε την τελευταία θέση του δείκτη ανταγωνιστικότητας μεταξύ των άλλων χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αλλά ότι το μέλλον της διαγράφεται ακόμη χειρότερο στο αμέσως προσεχές διάστημα. Διότι -αυτή είναι η διαπίστωση της έρευνας- οι περιοχές που βρίσκονται στη ζώνη της χαμηλής ανταγωνιστικότητας της E.E. διατρέχουν τον άμεσο κίνδυνο να ξεπερασθούν από τις νεοεισερχόμενες και πολύ φιλόδοξες οικονομικά χώρες, οι οποίες θα περάσουν το κατώφλι της Ενωσης από την 1η Μαΐου. Περί αυτού φαίνεται να μην υπάρχουν και πολλές αμφιβολίες, καθώς η έρευνα εντόπισε «μεγάλα κενά σε τεχνογνωσία και ανθρώπινο δυναμικό». Πόσο λοιπόν μπορεί να περιμένει η ελληνική οικονομία;

Τη στιγμή αυτή, από το ένα έως το άλλο άκρο της Ευρώπης, πνέει ένας δυνατός αέρας που ξεριζώνει ουσιαστικά παραδοσιακούς κλάδους παραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών, για να τους μεταφέρει σε τρίτες χώρες με φθηνότερο εργατικό δυναμικό και πιο ευέλικτους -όσο και εάν αυτό είναι κοινωνικά σκληρό- όρους επενδύσεων. Απαιτείται λοιπόν να αναζητήσει η ελληνική οικονομία τη δική της ταυτότητα, στο νέο άρδην μεταβαλλόμενο περιβάλλον και να πάρει τις αποφάσεις της τώρα. H τακτική της κυβέρνησης να θέσει τις μηχανές σε κίνηση μετά τον Σεπτέμβριο του 2004, δεν βοηθάει και πάρα πολύ να αλλάξουν τα πράγματα. Εαν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη ότι στην κορυφή της ατζέντας των πολιτικών συζητήσεων με την αντιπολίτευση βρέθηκαν την εβδομάδα που πέρασε τα θέματα που αφορούν στην πρόσληψη των συμβασιούχων του δημοσίου τομέα, την αύξηση των αγροτικών συντάξεων, του συνταξιοδοτικού βοηθήματος κ.λπ., μάλλον η εικόνα δείχνει να θολώνει κατά τους εκπροσώπους των επιχειρηματικών φορέων. Αλλες -υπογραμμίζουν- είναι οι μεγάλες προτεραιότητες για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Ακόμη και εάν η κυβέρνηση προτάσσει την εξάλειψη ορισμένων κοινωνικών ανισορροπιών, οφείλει να ξεκαθαρίσει όμως από τώρα και όλα τα υπόλοιπα μείζονα θέματα.

Η ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας της ελληνικής οικονομίας είναι -για την πλειοψηφία όπως φαίνεται του επιχειρηματικού κόσμου- το πρώτο ζητούμενο. Τόσο για να αντιμετωπισθεί το βαθύ πρόβλημα της επενδυτικής αποστροφής, που έχει αρχίσει να δείχνει το ξένο επιχειρηματικό κεφάλαιο προς την Ελλάδα, όσο και για να ενισχυθεί η προσπάθεια να εξυγιανθούν τα δημόσια οικονομικά, τα οποία παρουσιάζουν αύξηση του ελλείμματος και του δημοσίου χρέους. Χωρίς άμεσες επενδύσεις δεν μπορεί, ωστόσο, να γίνει τίποτε σοβαρό. Οι ιδιωτικοποιήσεις ενός κρίσιμου αριθμού μεγάλων επιχειρήσεων του δημοσίου τομέα είναι ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο, το οποίο συνδέεται απόλυτα με την πολιτική της τόνωσης της παραγωγικότητας, την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας που επικαλείται η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Οι ιδιωτικοποιήσεις αποτελούν μια χρυσή ευκαιρία για να μπουν σε κίνηση όλα αυτά και μια ευκαιρία παράλληλα για να μαγνητίσουμε, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, τεχνογνωσία και μεγάλα επενδυτικά κεφάλαια από το εξωτερικό.

Για την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας -όπως κατέδειξε και η έρευνα που προαναφέραμε- άμεσης προτεραιότητας θέμα θεωρείται επίσης από τον κόσμο των επιχειρήσεων η μεταρρύθμιση της Παιδείας και η αναβάθμιση του συστήματος ανώτατης εκπαίδευσης. H γνώση και οι ικανότητες του ανθρώπινου δυναμικού είναι αναμφίβολα το πλέον θεμελιώδες κεφάλαιο σήμερα για την ικανότητα και την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών όλου του κόσμου. Αλλά στην Ελλάδα είναι περιττό να προσθέσει κανείς πόσο πολύ πίσω βρισκόμαστε ακόμη…