ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

ΜΑΚΡΟΣΚΟΠΙΚΑ

Μπορεί να μοιάζει παράδοξο κι όμως, μεταξύ του προβλήματος με τους συμβασιούχους και του κύματος των μεταναστών υπάρχουν αλληλουχίες και κοινές εξηγήσεις. Το απαράδεικτο φαινόμενο των «μονίμων συμβασιούχων» έρχεται από την εποχή των πρώτων περικοπών που έγιναν στην άκρατη και εξαιρετικώς μικροκομματική πρόσληψη στον συνεχώς διευρυνόμενο δημόσιο τομέα. Οι διαδοχικές προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής και η ωρίμαση του πολιτικού αιτήματος για τον περιορισμό των κομματικών προσλήψεων, οδήγησαν στον παραλογισμό των πρόσκαιρων προσλήψεων.

Η έκρηξη των «φιλοξενουμένων εργατών» συμβαίνει όταν η ελληνική οικονομία έχει ήδη υποστεί τον βαθύτατο διχασμό μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα. Τη στιγμή που επιταχύνεται η συρρίκνωση της αγροτικής απασχόλησης. Την ώρα που η παραοικονομία επιτυγχάνει μιαν (ακόμη) μεταμόρφωση, κατορθώνοντας να παραμείνει σφριγηλή και ακμαία. Τη στιγμή που η επίσημη οικονομία απορροφά με ταχείες δόσεις τον πακτωλό των κοινοτικών κονδυλίων, ενώ η ιδιωτική κατανάλωση αξιοποιεί δυναμικά τα οφέλη της οικονομικής σταθεροποίησης και της μετατροπής των δραχμών σε ευρώ.

Οι μη Ελληνες ή όσοι δεν έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα πλησιάζουν τα τρία τέταρτα του εκατομμυρίου. Απ’ αυτούς, το 60% ήρθαν από την Αλβανία, ενώ 325.000 από άλλα μέρη του (ανατολικού) ορίζοντα. Πάνω από το 10% του πληθυσμού της χώρας δεν έχει γεννηθεί σ’ αυτήν. Ολοι έχουν κάποια απασχόληση, περισσότερο ή λιγότερο μόνιμη, κατά κανόνα «μαύρη», ενώ πάντως αυξάνεται το μερίδιο όσων έχουν άδεια εργασίας. Με την έννοια αυτή, η χώρα έχει ήδη επιτύχει ένα επίπεδο απασχολησιμότητας του πληθυσμού που συντηρεί πολύ μεγαλύτερο από εκείνο που εμφανίζει στις επίσημες στατιστικές και, σε κάθε περίπτωση, πολύ κοντύτερα στον κοινό ευρωπαϊκό στόχο.

Οσο περισσότεροι ξένοι εργάτες εγκαθίστανται και εργάζονται στη χώρα, τόσο περισσότεροι Ελληνες φιλοδοξούν και, συχνά, πετυχαίνουν να μετατραπούν σε δημοσίους υπαλλήλους. Η κρατική γραφειοκρατία μεγαλώνει με γρήγορους ρυθμούς. Η αγορά εργασίας γίνεται ολοένα και πιο ανταγωνιστική για όσους παλεύουν στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας και συνεχώς πιο προστατευτική για εκείνους που τη βολεύουν στο μεγάλο κράτος. Ευρωπαϊκοί πόροι και μια αυξημένη δημόσια χρηματοδότηση ενός καλύτερου δικτύου κοινωνικής προστασίας, παράλληλα με τον -έστω και αργό- εκσυγχρονισμό του κράτους τρέφουν μια απίθανα μεγάλη μάζα προνομιούχων του δημόσιου τομέα.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι αμοιβές είναι, εξαιρετικά συχνά, πολύ καλύτερες, ιδιαίτερα όταν μετρηθούν αναλογικά με τις ώρες εργασίας, στο ευρύτερο κράτος, παρά στον ιδιωτικό τομέα. Η υπερπροστατευμένη αγορά εργασίας έχει εργαζομένους τριών ταχυτήτων: στο δημόσιο, τον ιδιωτικό και τον «κρυφό» τομέα της.

Αν οι εργαζόμενοι μετανάστες απορροφήθηκαν χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα, αυτό οφείλεται σε δύο βασικούς λόγους. Στην αγροτική οικονομία, τα μεγαλύτερα εισοδήματα που έφερε η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, η αυξημένη κρατική επιδότηση και η παροχή συμπληρωματικού εισοδήματος (αγροτικές συντάξεις κ.λπ.), επιτρέπουν την ευχερέστερη αντιμετώπιση των παραδοσιακών ελλείψεων εργατικού δυναμικού. Η διαθεσιμότητα των συνταξιούχων αγροτών και οι υψηλότερες τιμές ορισμένων αγροτικών προϊόντων δημιουργούν τις προϋποθέσεις ανταγωνιστικής επανάληψης ή και εντατικότερης καλλιέργειας.

Κάτι που δεν θα μπορούσε, πάντως, να συμβεί αν δεν συνέτρεχαν δύο ειδικότεροι λόγοι. Πρώτον, η άπλετη προσφορά φθηνών και χωρίς «υποχρεώσεις» εργατικών χεριών. Δεύτερον, η «τακτοποίηση» όσων εγκαταλείπουν την περιφέρεια και τη γεωργική εργασία, κατά κύριο λόγο, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και, δευτερευόντως στην επέκταση του ιδιωτικού τομέα υπηρεσιών (φανερών ή κρυφών).

Η μαζική παρουσία των μεταναστών στον αγροτικό τομέα εξηγεί γιατί δεν επηρεάστηκαν (αρνητικά, βεβαίως) οι μισθοί στον αστικό χώρο. Στην ίδια κατεύθυνση έδρασε και η αύξηση της απασχόλησης στον δημόσιο τομέα. Αν τα δύο αυτά δεν είχαν συμβεί, η ανεργία θα είχε αυξηθεί κατακόρυφα, όπως άλλωστε και οι πιέσεις στο επίπεδο των αμοιβών.

Ο δεύτερος σοβαρός λόγος «ομαλής» απορρόφησης των μεταναστών αφορά την εντατική ανάπτυξη του κατασκευαστικού τομέα. Η παρουσία τους εξηγεί σε σημαντικό βαθμό την αύξηση του ποσοστού προστιθέμενης αξίας στο ΑΕΠ για τον τομέα αυτό από 6% σε 7,5% στη διάρκεια του δεύτερου μισού της προηγούμενης δεκαετίας. Στην περίπτωση αυτή, όμως, η μαζική προσφυγή στην εργασία των μεταναστών λειτούργησε ανταγωνιστικά στην προσφορά «ελληνικής» εργασίας και, ταυτοχρόνως, συγκράτησε τις αμοιβές σε χαμηλά επίπεδα.

Δεν είναι άσκοπο να κάνουμε ορισμένες ασκήσεις για τον πραγματικό ανταγωνισμό που θα μπορούσε να εκδηλωθεί μεταξύ εργαζομένων στον επίσημο και τον ανεπίσημο τομέα της οικονομίας, καθώς και ανάμεσα στους δημόσιους και τους ιδιωτικούς υπαλλήλους. Εξάλλου, η «σύγκρουση» έχει ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται ξεκινώντας από τον ανεπίσημο τομέα. Το αυξανόμενο κόστος για τη μαύρη εργασία και η κατάκτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης των «φιλοξενουμένων» οικογενειών, αυθαίρετες (ή και πραγματικές) συγκρίσεις από τη συγκατοίκηση στην παιδεία, την υγεία και την κατοικία, εύκολα μπορεί να δημιουργήσει (και ήδη δημιουργεί) εντάσεις.

Παρόμοια ένταση θα δημιουργηθεί αναπόφευκτα και μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών υπαλλήλων. Οι παρατηρήσεις που, διά γυμνού οφθαλμού, μπορούν να γίνουν ως προς τις ώρες εργασίας, την εργασιακή πίεση και την ανασφάλεια τροφοδοτούν τις καθημερινές συζητήσεις. Αν το συνδικαλιστικό κίνημα παραμείνει δέσμιο του κρατισμού και της πολιτικής μονομέρειάς του, αν η απελευθέρωση των αγορών θίξει περισσότερο (όπως είναι αναμενόμενο) τον ιδιωτικό τομέα και, τέλος, αν περιοριστούν οι ελπίδες για «μια θέση στο Δημόσιο», όλα θα έχουν αλλάξει. Συμβασιούχοι και μετανάστες δείχνουν την κατεύθυνση προς την οποία τραβάνε οι εξελίξεις.