ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

«Το σπάσιμο των συμβολαίων ζημιώνει τους ασφαλισμένους»

Την προνοητικότητα και την ψυχραιμία των ασφαλισμένων προκειμένου να μην ακυρώνουν τα παλιά συμβόλαια ζωής που έχουν στην κατοχή τους ζητά ο πρόεδρος της Ενωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, κ. Γιώργος Κώτσαλος, εφιστώντας την προσοχή τους ότι «το σπάσιμο αυτών των συμβολαίων που εγγυώνται υψηλές αποδόσεις, ζημιώνει τους ίδιους».

Την ώρα που στην Ευρώπη έχει ανοίξει η συζήτηση για πλήρη κατάργηση των εγγυημένων αποδόσεων και οι ασφαλιστικές εταιρείες εγγυώνται μόλις το 80% του κεφαλαίου, στη χώρα μας υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης, ο πρόεδρος της ΕΑΕΕ προειδοποιεί ότι «η ακύρωση των παλαιών κυρίως συμβολαίων, που έχουν αποδόσεις 3% ή 4%, είναι προς όφελος των εταιρειών, αλλά όχι των ασφαλισμένων που θα πρέπει να δοκιμάσουν τις αντοχές τους και να αποφύγουν τη ρευστοποίηση των συμβολαίων τους».

Περιγράφοντας τις εξελίξεις στον χώρο της ιδιωτικής ασφάλισης, ο επικεφαλής της Ενωσης υπογραμμίζει ότι οι αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις που δημιουργεί για τον κλάδο το Solvency II, οδηγεί μοιραία σε προϊόντα με λιγότερη κάλυψη και μεγαλύτερο κόστος. Το προϊόν του 2015, προειδοποιεί, «θα είναι ακριβότερο και λιγότερο γενναιόδωρο στις εγγυήσεις, γι’ αυτό ο πελάτης θα πρέπει να θωρακιστεί με υπομονή και να διατηρήσει το προϊόν μέχρι τη λήξη». Παρά τις αλλαγές που επέρχονται στα θέματα των εγγυήσεων στις ευρωπαϊκές χώρες, όπως αναγνωρίζει ο κ. Κώτσαλος, «δεν έχει κλείσει ποτέ ασφαλιστική εταιρεία» και αναφέρεται στο παράδειγμα της Eureko -μητρικού ομίλου της Interamerican- που παρά το γεγονός ότι αποτελεί ένα συντηρητικό, συνεταιριστικής βάσης ασφαλιστικό όμιλο, πέτυχε πέρυσι αποδόσεις 7%». Αυτό που συμβαίνει τελικά στην πράξη, όπως εξηγεί, είναι ότι «ο πελάτης είναι ένας εκπαιδευμένος ασφαλισμένος που είναι σε θέση να καταλάβει ότι σε συνδυασμό με τα φορολογικά κίνητρα, το ότι θα χάσει μια χρονιά την απόδοση, αυτό δεν σημαίνει κάτι σε αντίθεση με τον Ελληνα που αναζητά βραχυχρόνιες αποδόσεις. Στις ώριμες ευρωπαϊκές αγορές με υψηλή ασφαλιστική συνείδηση, οι ασφαλισμένοι μένουν με την ασφαλιστική τους εταιρεία για 15 χρόνια και σε βάθος χρόνου είναι ικανοποιημένοι».

Η πίεση που θα αντιμετωπίσει η ασφαλιστική βιομηχανία τα προσεχή χρόνια δεν εξαντλείται μόνο στις αυξημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις που δημιουργεί για την αγορά το Solvency II, αλλά θα προέλθει και από τις τράπεζες, οι οποίες ενόψει του Basel III θα απαγορεύεται να χρηματοδοτούν μακροπρόθεσμες επενδύσεις με βραχυπρόθεσμους πόρους. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν θα μπορούν να παίρνουν π.χ. τα λεφτά του ταμιευτηρίου για να χρηματοδοτούν μακροπρόθεσμα επενδυτικά σχέδια, εξέλιξη που θα επηρεάσει δραματικά την ικανότητα των ασφαλιστικών εταιρειών να προσφέρουν μακροπρόθεσμα προϊόντα με υψηλές αποδόσεις, καθώς οι τράπεζες θα αναδειχθούν σε βασικό ανταγωνιστή της ασφαλιστικής αγοράς.

Η προοπτική αυτή, όπως επισημαίνει ο επικεφαλής της Interamerican, «δεν θα δυσκολέψει μόνο τη δουλειά των ασφαλιστικών εταιρειών, αλλά θα περιορίσει τις ευκαιρίες των μετόχων να τοποθετούν κεφάλαια στην ασφαλιστική βιομηχανία. Σε ένα περιβάλλον αδυναμίας εξεύρεσης κεφαλαίων οι ασφαλιστικές εταιρείες που θα μείνουν στην αγορά θα είναι νομοτελειακά λίγες και θα υποχρεωθούν σε επανασχεδιασμό της πολιτικής, εισάγοντας νέες πρακτικές προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό για την εξεύρεση κεφαλαίων».

Η πολιτεία από την πλευρά της πρέπει να καταλάβει ότι η έννοια της προστασίας του καταναλωτή είναι μια εξαιρετικά σύνθετη υπόθεση, που θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα στην προσπάθειά της να νομοθετήσει θεσμικές παρεμβάσεις στην ασφαλιστική αγορά. Παραπέμποντας στην πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που επέβαλε την εξομείωση των δύο φύλων, ανδρών και γυναικών, στην τιμολόγηση των ασφαλίστρων, ο κ. Κώτσαλος προειδοποιεί ότι «οι παρεμβάσεις μπορεί να οδηγήσουν στο αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, συμπαρασύροντας σε αυξήσεις ασφαλίστρων τόσο για τις γυναίκες όσο και για τους άνδρες, ανάλογα με την κατηγορία των προϊόντων».

Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση των προγραμμάτων υγείας, που όπως εξηγεί «η προσπάθεια της πολιτείας να θεσμοθετήσει τον τρόπο διαμόρφωσης της τιμολογιακής πολιτικής έρχεται σε σύγκρουση με τις απαιτήσεις των εποπτικών αρχών, που αξιώνουν πρόσθετα κεφάλαια για τα ισόβια προγράμματα υγείας, τα οποία υπό το βάρος των εξελίξεων στην τεχνολογία και της επιμήκυνσης του χρόνου ζωής αποδεικνύονται υψηλού κόστους για τον ασφαλιστικό κλάδο».

«Το κόστος της υγείας ανεβαίνει διεθνώς ακόμα και σε κοινωνίες που έχουν εξαιρετικά ελεγχόμενο κόστος, όπως η Ολλανδία όπου οι αυξήσεις στα ασφάλιστρα ήταν της τάξης του 10% πέρυσι, ενώ στην Αμερική οι αυξήσεις έφτασαν το 12%. Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι οι εταιρείες δεν επιχαίρουν των αυξήσεων στα ασφάλιστρα, γιατί αυτό που συμβαίνει στην πράξη είναι να εγκαταλείπει το πρόγραμμα ο υγιής πελάτης και να μένει ο άρρωστος. Η εξέλιξη αυτή υποχρεώνει τις εταιρείες να αυξάνουν τα κεφάλαιά τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες εποπτικές απαιτήσεις που δημιουργεί η αλλαγή της σύνθεσης του χαρτοφυλακίου και ουσιαστικά οι εταιρείες παγιδεύονται σε μια πρακτική από την οποία δεν μπορούν να ξεφύγουν».

Η πρόσφατη απόφαση του υπουργείου Απασχόλησης και της Γενικής Γραμματείας Καταναλωτή «επιχειρεί να παρέμβει σε μια αγορά 450.000 έως 500.000 συμβολαίων για τα οποία μέσα από απλούς υπολογισμούς ο ασφαλιστικός κλάδος υποχρεούται να κρατήσει πρόσθετο απόθεμα της τάξης των 5.000 ευρώ για το καθένα. Μια πρόχειρη εκτίμηση μας οδηγεί σε πρόσθετα κεφάλαια της τάξης του 2 έως 2,5 δισ. ευρώ, που θα πρέπει να επιμεριστούν στις 5 εταιρείες που ασκούν τον κλάδο, εκμηδενίζοντας το εμπορικό όφελος από τα συγκεκριμένα προγράμματα και οδηγώντας στην απόσυρσή τους από την αγορά. Το κόστος αυτό θα επιβαρύνει κατά κύριο λόγο την κοινωνία που θα στερηθεί αυτή τη δυνατότητα, στον βαθμό που οι έρευνες δείχνουν ότι σε αυτό το κομμάτι της αγοράς το ποσοστό ικανοποίησης των πελατών φθάνει το 80%».

Ομαδικά προγράμματα για μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες

Η λύση, επιμένει ο κ. Κώτσαλος, «θα προέλθει μέσα από τα ομαδικά προγράμματα για συγκεκριμένες και μεγάλες επαγγελματικές κατηγορίες. Η πελατειακή βάση της ασφαλιστικής αγοράς στον κλάδο ζωής μπορεί να φτάσει τα 2,5 εκατομμύρια, εάν η πολιτεία και το αρμόδιο υπουργείο Εργασίας προχωρήσει στις αναγκαίες προσαρμογές για την αλλαγή του νόμου για τα Επαγγελματικά Ταμεία, καταργώντας τον περιορισμό των 100 ατόμων και την προϋπόθεση να συγκροτηθούν κάτω από την ομπρέλα ενός νέου Ταμείου. Η ασφαλιστική αγορά έχει την εμπειρία και την τεχνογνωσία να διαχειριστεί παρόμοια προγράμματα χωρίς να απαιτείται η σύσταση ενός ξεχωριστού Ταμείου που θα απαιτεί αυξημένα κεφάλαια, δημιουργώντας απαγορευτικό κόστος για τον κλάδο και τον ασφαλισμένο».