ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Μικρότερες αυξήσεις ΦΠΑ πέρασαν στην κατανάλωση

Μικρότερη σε σύγκριση με την εποχή προ κρίσης ήταν η μετακύλιση στην τελική τιμή καταναλωτή των αυξήσεων που έγιναν στους έμμεσους φόρους την περίοδο 2010-2012. Η μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος, η πτώση της ζήτησης, η ένταση του ανταγωνισμού, οδήγησαν τις επιχειρήσεις στην απορρόφηση μεγάλου μέρους των αυξήσεων του ΦΠΑ, με εξαίρεση τα προϊόντα που χαρακτηρίζονται από υψηλή ανελαστικότητα ζήτησης, όπως τα καύσιμα. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει έρευνα των κ. Ν. Καραμπάλη και Ευρ. Κοντέλη που δημοσιεύεται στο τελευταίο Οικονομικό Δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος.

Σύμφωνα με την έρευνα το 2010, πρώτη χρονιά αύξησης των έμμεσων φόρων μετά το 2005, ο βαθμός μετακύλισης της μεταβολής του ΦΠΑ έφτασε το 90% στην περίπτωση των καυσίμων και του ηλεκτρικού ρεύματος. Αντιθέτως, στις υπηρεσίες ο βαθμός μετακύλισης της αύξησης του ΦΠΑ ήταν μόλις 54,1%, στα επεξεργασμένα είδη διατροφής 81,2%, στα μη επεξεργασμένα είδη διατροφής 75,3% και στα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά στο 74,1%. Από το παραπάνω προκύπτει ότι η συνολική πραγματική επίπτωση από τον ΦΠΑ στον πληθωρισμό του 2010 ήταν 1,18 εκατοστιαία μονάδα, καθώς στις τελικές τιμές καταναλωτή πέρασε κατά μέσο όρο το 70,2% της αύξησης του ΦΠΑ.

Η μετακύλιση της μεταβολής του ΦΠΑ στα καύσιμα αυξήθηκε περαιτέρω το 2011 στο 96,7% και υποχώρησε στις λοιπές κατηγορίες. Συνολικά το 60% της αύξησης του ΦΠΑ το 2011 επιβάρυνε τις τελικές τιμές και η πραγματική επίπτωση στον πληθωρισμό ήταν 0,99 εκατοστιαίες μονάδες. Το 2012 ο ΦΠΑ δεν αυξήθηκε (παρά μόνο τον Σεπτέμβριο για τα αναψυκτικά-χυμούς και εστίαση), αλλά η επίπτωση στον πληθωρισμό συνεχίστηκε λόγω της μεταφερόμενης επίδρασης από το προηγούμενο έτος, το 2011. Το ποσοστό μετακύλισης ήταν στο 30,3%.

Τι συνέβη το 2005 όταν οι συντελεστές ΦΠΑ αυξήθηκαν από το 18% στο 19% ο κανονικός, από το 8% στο 9% ο μειωμένος και από το 4% στο 4,5% ο πολύ μειωμένος; Το ποσοστό της μετακύλισης του ΦΠΑ ανήλθε τότε κατά μέσο όρο σε 88,5% με το υψηλότερο να σημειώνεται στην ενέργεια (97,4%) και το χαμηλότερο, αλλά επίσης υψηλό, (80,8%) στις υπηρεσίες.