ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Euroland

Οι ευρωεκλογές του προσεχούς Μαρτίου μπορεί να κρίνουν δύο–τρία πράγματα για την πορεία της Ευρώπης, κυρίως όσον αφορά τον χρόνο και τον τρόπο της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Αλλά δεν πρόκειται να αλλάξουν τις στρατηγικές επιλογές των ηγεσιών της. Μπορεί να επηρεάσουν πολιτικές, να οδηγήσουν εν μέρει στην αναπροσαρμογή τους κ.ο.κ., αλλά δεν πρόκειται να ανατρέψουν δεδομένες πλέον αποφάσεις των ευρωπαϊκών –οικονομικών και πολιτικών– ελίτ για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Εστω και με τα αργά βήματα που παρακολουθούμε όλα τα τελευταία χρόνια της κρίσης, έστω και με τον τρόπο που επιβάλλουν τα γερμανικά συμφέροντα, η αλήθεια είναι ότι η πορεία για την ενωμένη Ευρώπη είναι πλέον –ευτυχώς– ένας μονόδρομος.

Το πιθανό μάλιστα είναι ότι, μετά τις ευρωεκλογές ή το πιθανότερο μετά το δημοψήφισμα της Μεγ. Βρετανίας αργότερα, θα ανοίξει η διαπραγμάτευση και για μία νέα συνθήκη της Ευρώπης, η οποία θα αφήνει πίσω το Μάαστριχτ και θα θέτει τη βάση μιας καινούργιας ευρωπαϊκής δομής. Με άλλα λόγια, μιας συνθήκης που θα στρώνει οριστικά τον δρόμο για την οικονομική και πολιτική ένωση των χωρών-μελών που ανήκουν στο ευρώ. Και σε αυτό, το περισσότερο ομοσπονδιοποιημένο περιβάλλον, να επισημάνουμε ότι όλοι σχεδόν οι διεθνείς πολιτικοί παρατηρητές θεωρούν σίγουρο πλέον ότι θα περιλαμβάνεται και η Ελλάδα. Σχετικά με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, υπενθυμίζεται πως ήδη έχει δρομολογηθεί η πολιτική για την τραπεζική ένωση, αλλά και τη δημοσιονομική ευθυγράμμιση. Σχετικά με την Ελλάδα, επισημαίνεται ότι ήδη το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής της πολιτικής και το σχέδιο για την αναδιάρθρωση της οικονομίας της προωθούνται σε συνεννόηση με τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο, οπότε τι να συζητάμε…

Βεβαίως, όμως, τα θέματα που μπορεί να προκληθούν και να αναπτυχθούν επικίνδυνα, με βάση τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών, δεν είναι λίγα ούτε μικρά και μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στην πορεία, στον χρόνο και στους όρους ώς ένα βαθμό της ενοποίησης. Η πλέον ανησυχητική παράμετρος είναι η έκταση της αποχής των ψηφοφόρων από τις κάλπες του Μαΐου. Εάν για παράδειγμα η σαφής πλειοψηφία των Ευρωπαίων πολιτών προτιμήσουν να μη συμμετάσχουν στις εκλογές για την ανάδειξη του νέου Κοινοβουλίου, αυτόματα τίθεται ένα σημαντικό ζήτημα αποδοκιμασίας των θεσμών της ευρωπαϊκής κοινότητας. Οχι μόνο ως μια έκφραση διαφωνίας απέναντι στις τρέχουσες πολιτικές, αλλά ως μια τρανταχτή έμπρακτη αμφισβήτηση της νομιμότητας των αποφάσεων που λαμβάνουν οι Βρυξέλλες και το Βερολίνο, ακόμη και σε περίοδο κρίσης, για λογαριασμό 400 και πλέον εκατομμυρίων πολιτών της Ευρώπης. Επίσης, όμως, σημαντικές επιβραδυντικές συνέπειες θα έχουν στην ευρωπαϊκή υπόθεση και τυχόν αποτελέσματα που θα αναδεικνύουν τις ακροδεξιές ή τις εθνικιστικές και λαϊκιστικές αντιευρωπαϊκές πολιτικές παρατάξεις, σε υπολογίσιμες δυνάμεις. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο κίνδυνος είναι να καταστραφεί το πλαίσιο της πολιτικής συνεννόησης και της κοινωνικής συναίνεσης, το οποίο αποτελεί στοιχειωδώς το βάθρο της πολιτιστικής και της οικονομικής εξέλιξης της μεταπολεμικής Ευρώπης.