ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προς ενίσχυση προαιρετικής σύνταξης

syntaxies_350_1

Υπό επανεξέταση τίθεται το πλαίσιο της επενδυτικής πολιτικής των αποθεματικών των επικουρικών φορέων επαγγελματικών Ταμείων. Ηδη στο υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με δειλά βήματα ανοίγει το θέμα των μεταρρυθμίσεων που θα ακολουθήσει ο δεύτερος πυλώνας ασφάλισης, αρχής γενομένης όχι μόνο από την παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας στην τοποθέτηση κεφαλαίων από τα αποθεματικά αλλά και θεσμοθέτησης συγκεκριμένων δεσμεύσεων -αναφοράς για το πώς και πού επενδύουν τα κεφάλαιά τους όσα επικουρικά μετατράπηκαν σε ΝΠΙΔ ή σε επαγγελματικά Ταμεία. Η ανάπτυξη της συμπληρωματικής (προαιρετικής) σύνταξης από το 2002, χρονιά θεσμοθέτησης των επαγγελματικών Ταμείων παραμένει υποτυπώδης και κάθε φορά που επιχειρείται να τεθεί το ζήτημα σε δημόσια συζήτηση ακολουθεί πάντα η ενοχοποίηση της αγοράς, η οποία σύμφωνα με τους επικριτές της θέλει μονίμως να αλώσει το σύστημα της δημόσιας -επικουρικής- σύνταξης. Ισως αυτός να ήταν και ο λόγος που πέρασαν σχεδόν απαρατήρητες οι φοροελαφρύνσεις στους νόμους 4110 και 4172 το 2013. Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις του φορολογικού «οι ασφαλιστικές εισφορές, υπέρ των επαγγελματικών Ταμείων που έχουν συσταθεί με νόμο, και καταβάλλονται από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη, εξαιρούνται από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και συντάξεις».

Στην πράξη η δημόσια σύνταξη ακόμη κι αν ξεκινήσει η ανάκαμψη δεν θα μπορέσει ποτέ να ανακτήσει το έδαφος που είχε. Το υπουργείο Εργασίας το γνωρίζει αλλά φοβάται να ανοίξει το θέμα ενίσχυσης των επαγγελματικών συντάξεων, αν και αντιλαμβάνεται ότι η δημόσια σύνταξη χάνει ολοένα και πιο γρήγορα έδαφος. Τα επικουρικά Ταμεία παρέχουν σύμφωνα με τον διοικητή του ΙΚΑ κ. Ρ. Σπυρόπουλο «μια ψεύτικη ευμάρεια, καθώς στο εσωτερικό τους ανατράπηκε πλήρως η αρχή της αναλογιστικής ισορροπίας». Ακόμη και αυτά τα οποία ήταν εξαρχής ή μετατράπηκαν πρόσφατα σε ΝΠΙΔ αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας με έναν ορίζοντα ζωής που σε κάποιες περιπτώσεις δεν υπερβαίνει ούτε την τριετία.

Ταυτοχρόνως, η ένταξη προβληματικών επικουρικών στο μεγάλο ΕΤΕΑ θέτει υπό αμφισβήτηση διαχρονικά ακόμη και την επικουρική σύνταξη του ΙΚΑ. Η κρίση των επικουρικών δεν προέκυψε λόγω κρίσης, καθώς η ανατροπή της αναλογιστικής τους ισορροπίας χτιζόταν επί χρόνια, από διοικήσεις, κυβερνήσεις και συνδικάτα, με αποτέλεσμα από φορείς εγγυημένων εισφορών να μετατραπούν σε φορείς εγγυημένων παροχών. Ιδιαιτέρως τα Ταμεία επικούρησης των τραπεζών μετατράπηκαν σε ιδιότυπα υβρίδια χορήγησης παροχών ανεξέλεγκτα, καθώς αποτελούσαν όχι μόνο συνταξιοδοτικά Ταμεία αλλά και χορηγοί αυξήσεων που καθόριζαν οι συλλογικές συμβάσεις… εργασίας των εν ενεργεία εργαζομένων. Σήμερα που οι μισθοί έχουν κατακρημνιστεί και με δεδομένη την κακή αναλογιστική σχέση στην επικούρηση, εκείνες οι προχωρημένες αυξήσεις βυθίζουν γρήγορα τους φορείς. Το αδιέξοδο αυτό θα φανεί ακόμη πιο έντονα με τις αναλογιστικές μελέτες στις οποίες -βάσει και των μνημονιακών δεσμεύσεων- θα αποτυπώνονται τα οικονομικά μεγέθη των Ταμείων ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Εάν το 2010 ήταν η χρονιά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης με την οποία εισήχθη ένα ιδιότυπο σύστημα μερικής κεφαλαιοποίησης στην κύρια σύνταξη, θεσπίζοντας τη βασική σύνταξη των 360 ευρώ και το 2013 ήταν η χρονιά της αύξησης των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης στο 67ο έτος της ηλικίας, το 2014 αναμένεται να είναι η χρονιά των καθοριστικών αποφάσεων για τον δεύτερο πυλώνα, τις επικουρικές και επαγγελματικές συντάξεις. Η ταχύτητα με την οποία θα αλλάξει το περιβάλλον στις επικουρικές επηρεάζεται από το πολιτικό κλίμα αλλά και από το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται για τον πρώτο πυλώνα (κύρια σύνταξη) με την εφαρμογή της βασικής σύνταξης των 360 ευρώ για όλους όσοι συνταξιοδοτηθούν από την 1.1.2015 και μετά.

Ρύθμιση για τις ομαδικές απολύσεις
Mικρές αλλαγές μεγάλης ψυχολογικής σημασίας… για τους ξένους επενδυτές –όπως χαρακτηριστικά προαναγγέλλουν παράγοντες του υπουργείου Εργασίας– αναμένεται να επιφέρει η νέα ρύθμιση για το νομικό καθεστώς που θα διέπει τη διαδικασία περί ομαδικών απολύσεων. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, δύο θα είναι οι βασικές «ανατροπές» στα ισχύοντα. Η πρώτη θα αφορά τη θέσπιση ισχυρού αντίβαρου, το οποίο θα κληθεί να αναλάβει η επιχείρηση καταθέτοντας το αίτημά της για έγκριση της διαδικασίας περί ομαδικών απολύσεων.

Το συγκεκριμένο αντίβαρο θα αφορά μια δέσμη μέτρων για την επόμενη ημέρα από την ένταξη των εργαζομένων στο υπό απόλυση προσωπικό. Σε αυτά τα μέτρα θα περιλαμβάνονται προγράμματα και κονδύλια για επανατοποθέτηση (outplacement) τμήματος εργαζομένων, για κατάρτιση και επανακατάρτιση ή ακόμη και για μετακινήσεις του προσωπικού σε άλλους τομείς δραστηριότητας της επιχείρησης. Αυτό το σχέδιο εταιρικής κοινωνικής ευθύνης θα συνοδεύει το επιχειρηματικό σχέδιο το οποίο θα τεθεί στην κρίση του ανώτατου συμβουλίου εργασίας, το οποίο με την υποστήριξη και οικονομολόγων θα γνωμοδοτεί προς τον υπουργό Εργασίας εάν πρέπει να δοθεί η έγκριση. Η διαδικασία θα είναι ευέλικτη και δεν θα αναδεικνύει σε κυρίαρχο στάδιο αυτό της υπογραφής του υπουργού, αλλά τη γνώμη που θα εκφράσει –επί της αναγκαιότητας ή μη των απολύσεων– η ομάδα των στελεχών που θα εξετάσουν το συνολικό σχέδιο.

Προϋπόθεση για την κατάρτιση της νέας ρύθμισης, η οποία θα παρουσιαστεί στην επόμενη συνάντηση με την τρόικα, είναι η ολοκλήρωση της μελέτης που διεξάγουν στελέχη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, καταγράφοντας τα ισχύοντα στα κράτη- μέλη της Ε.Ε. Η μελέτη είναι ακόμη σε εξέλιξη. Πάντως, όπως διαβεβαιώνει το υπουργείο Εργασίας, το θέμα των αλλαγών στις ομαδικές απολύσεις δεν φαίνεται να απασχολεί απολύτως καμία επιχείρηση στο εσωτερικό της χώρας. «Ακόμη και ο όμιλος Lafarge, o οποίος είχε ζητήσει την έγκριση για ομαδικές απολύσεις ένα χρόνο πριν, για την τσιμεντοβιομηχανία ΑΓΕΤ Ηρακλής, σήμερα δεν εκφράζει επιθυμία αλλαγών στον νόμο. Το ίδιο ισχύει και για τις τράπεζες οι οποίες παλαιότερα, μέσω των εκπροσώπων τους, είχαν θέσει το ζήτημα», αναφέρει υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Εργασίας. Οι επιχειρήσεις έχουν βρεί τον τρόπο, μέσω συμφωνιών με το προσωπικό και προγράμματα εθελουσίας, να λύσουν τον γόρδιο δεσμό της μείωσης προσωπικού χωρίς να εξαρτώνται από τις εγκρίσεις των εκάστοτε υπουργών Εργασίας.